episthmes
Ιστορική εξέλιξη των ιατρικών ερμηνειών του λοιμού του Θουκυδίδη Print E-mail
Written by Γιαννούλη Γεωργία, Μαυριτσάκη Ευαγγελία, Σαμόλης Αλέξανδρος, Τζαμαλής Παναγιώτης, Φιλοπούλου Κυριακή   
Wednesday, 08 October 2008 18:14
Article Index
Ιστορική εξέλιξη των ιατρικών ερμηνειών του λοιμού του Θουκυδίδη
Page 2
Page 3
All Pages
thucydidesΕίναι γεγονός ότι η πορεία της Ιστορίας πολλών μεγάλων πολιτισμών της αρχαιότητας επηρεάστηκε σημαντικά από την εμφάνιση επιδημιών. Μεταξύ αυτών, ο λοιμός της αρχαίας Αθήνας αναμφισβήτητα αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους παράγοντες που συνέβαλαν στην έκβαση του Πελοποννησιακού πολέμου, επισπεύδοντας το τέλος του Χρυσού Αιώνα και της Αθηναϊκής κυριαρχίας στη Μεσόγειο. O λοιμός ξέσπασε κατά την πολιορκία της Αθήνας από τους Σπαρτιάτες, στην αρχή του καλοκαιριού του 430 π.Χ. και, μέχρι το καλοκαίρι του 428 π.Χ., κυριολεκτικά αποδεκάτισε τον πληθυσμό της πόλης. Η αιτία που προκάλεσε το λοιμό της Αθήνας αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ιστορίας της Ιατρικής. Πολύ μελάνι έχει χυθεί πάνω στο θέμα αυτό και οι ερμηνείες που κατά καιρούς δόθηκαν στο λοιμό συχνά ήταν αρκετά φιλόδοξες έως και επιστημονικά αβάσιμες.

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ, ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ & ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ


ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ ΘΟΥΚ 2.47.1–2.51.6

(ΘΟΥΚ 2.47.1–2.54.5: Ο λοιμός)

Λίγο μετά την έναρξη των επιχειρήσεων του δεύτερου χρόνου του πολέμου ενέσκηψε στην Αθήνα μια θανατηφόρα επιδημία, ο λοιμός .

47. Εισβολή των Πελοποννησίων εις την Αττικήν. Ο λοιμός

Κατά τοιούτον τρόπον έγινεν η τελετή του ενταφιασμού κατά τον χειμώνα τούτον, μετά την λήξιν του οποίου έληξε και το πρώτον έτος του πολέμου. Ευθύς δε με την αρχήν του επομένου θέρους, οι Πελοποννήσιοι και λοιποί σύμμαχοι, με τα δύο τρίτα των δυνάμεών των, όπως και την πρώτην φοράν, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Αρχιδάμου, υιού του Ζευξιδάμου, εισέβαλαν εις την Αττικήν, όπου στρατοπευδεύσαντες ήρχισαν να ερημώνουν την γην. Και πριν παρέλθουν πολλαί ημέραι από της εισβολής, παρουσιάσθη δια πρώτην φοράν εις τας Αθήνας ο λοιμός, ο οποίος ελέγετο μεν ότι είχεν ενσκήψει προηγουμένως πολλαχού, και εις την Λήμνον και εις άλλας χώρας, αλλά πουθενά δεν εμνημονεύετο λοιμώδης νόσος τοιαύτης εκτάσεως, ούτε φθορά ανθρώπων τόσον μεγάλη. Διότι ούτε ιατροί, οι οποίοι, αγνοούντες την φύσιν της ασθενείας, επεχείρουν δια πρώτην φοράν να την θεραπεύσουν, αλλ' απέθνησκαν οι ίδιοι μάλλον, καθόσον και περισσότερον ήρχοντο εις επαφήν με αυτήν, ούτε άλλη καμμία ανθρωπίνη τέχνη ηδύνατο να βοηθήση. Ό,τι αφορά, εξ άλλου, τας προς τους θεούς παρακλήσεις ή τας προς τα μαντεία επικλήσεις και τα τοιαύτα, τα πάντα ήσαν ανωφελή, και επί τέλους οι άνθρωποι, καταβληθέντες από το κακόν παρητήθησαν αυτών.

48. Η νόσος ήρχισε το πρώτον, ως λέγεται, από την νοτίως της Αιγύπτου κειμένην Αιθιοπίαν, από όπου κατέβη έπειτα εις την Αίγυπτον και την Λιβύην και επεξετάθη εις το πλείστον μέρος της Περσικής αυτοκρατορίας. Εις δε την πόλιν των Αθηνών ενέσκηψεν αιφνιδίως και προσέβαλε κατά πρώτον τους κατοίκους του Πειραιώς, και δια τούτο ελέχθη από αυτούς ότι οι Πελοποννήσιοι είχαν ρίψει δηλητήριον εις τας δεξαμενάς, διότι κρήναι δεν υπήρχαν ακόμη εκεί. Αλλ' ύστερον έφθασε και εις την άνω πόλιν και από τότε ηύξησε μεγάλως η θνησιμότης. Καθείς δε, είτε ιατρός, είτε άπειρος της ιατρικής, ημπορεί, αναλόγως της ατομικής του κρίσεως, να ομιλή περί της πιθανής προελεύσεώς της και περί των αιτίων, τα οποία νομίζει ικανά να επιφέρουν τοιαύτην διατάραξιν των υγιεινών συνθηκών. Αλλ' εγώ, που και ο ίδιος έπαθα από την νόσον, και με τα ίδια τα μάτια μου είδα άλλους πάσχοντας, θα εκθέσω την πραγματικήν της πορείαν και θα περιγράψω τα συμπτώματά της, η ακριβής παρατήρησις των οποίων θα επιτρέψη ασφαλέστερον εις τον καθένα που θα ήθελε να τα σπουδάση επιμελώς να κάμη την διάγνωσίν της, εάν ποτέ ήθελε και πάλιν ενσκήψει.

49. Το έτος τωόντι εκείνο, κατά κοινήν ομολογίαν, έτυχε μέχρι της στιγμής της εισβολής της νόσου να είναι κατ' εξοχήν απηλλαγμένον από άλλας ασθενείας. Εάν όμως κανείς υπέφερε τυχόν προηγουμένως από καμμίαν άλλην ασθένειαν, όλαι κατέληγαν εις αυτήν. Όσοι, εξ άλλου, ήσαν ως τότε υγιείς, χωρίς καμμίαν φανεράν αιτίαν προσεβάλλοντο αιφνιδίως από πονοκέφαλον με ισχυρόν πυρετόν και ερυθήματα και φλόγωσιν των οφθαλμών, και το εσωτερικόν του στόματος, ο φάρυγξ και η γλώσσα εγένοντο ευθύς αιματώδη, και η εκπνοή ήτο αφύσικος και δυσώδης. Κατόπιν των φαινομένων αυτών, επηκολούθουν πτερνισμοί και βραχνάδα, και μετ' ολίγον το κακόν κατέβαινεν εις το στήθος, συνοδευόμενον από ισχυρόν βήχα. Και όταν προσέβαλλε τον στόμαχον, επροκάλει ναυτίαν και ταύτην επηκολούθουν, με μεγάλην μάλιστα ταλαιπωρίαν, εμετοί χολής, όσοι περιγράφονται υπό των ιατρών. Και εις άλλους μεν αμέσως, εις άλλους δε πολύ βραδύτερον, παρουσιάζετο τάσις προς εμετόν ατελεσφόρητος, προκαλούσα ισχυρόν σπασμόν, ο οποίος εις άλλους μεν κατέπαυεν, εις άλλους δε εξηκολούθει επί πολύ. Το σώμα εξωτερικώς δεν παρουσιάζετο πολύ θερμόν εις την αφήν, ούτε ήτο ωχρόν, αλλ' υπέρυθρον, πελιδνόν, έχον εξανθήματα μικρών φλυκταινών και ελκών. Εσωτερικώς όμως εθερμαίνετο τόσον πολύ ώστε οι ασθενείς δεν ηνείχοντο ούτε ελαφρότατα ενδύματα ή σινδόνια, και επέ-μεναν να είναι γυμνοί, και μεγίστην ησθάνοντο ευχαρίστησιν, αν ημπορούσαν να ριφθούν εντός ψυχρού ύδατος. Πολλοί δε πράγματι, οι οποίοι είχαν μείνει ανεπιτήρητοι, ερρίφθησαν εις δεξαμενάς, διότι κατετρύχοντο από δίψαν άσβεστον, αφού και το πολύ και το ολίγον ποτόν εις ουδέν ωφέλει. Και η αδυναμία του ν' αναπαυθούν, καθώς και η αϋπνία, τους εβασάνιζαν διαρκώς. Και το σώμα, εφόσον η νόσος ήτο εις την ακμήν της, δεν κατεβάλλετο, αλλ' αντείχε καταπληκτικώς εις την ταλαιπωρίαν, ώστε ή απέθνησκαν οι πλείστοι την εβδόμην ή ενάτην ημέραν εκ του εσωτερικού πυρετού, πριν εξαντληθούν εντελώς αι δυνάμεις των, ή, εάν διέφευγαν την κρίσιν, η νόσος κατήρχετο περαιτέρω εις την κοιλίαν και επροκάλει ισχυράν έλκωσιν, και συγχρόνως επήρχετο ισχυρά διάρροια, ούτως ώστε κατά το μεταγενέστερον τούτο στάδιον οι πολλοί απέθνησκαν από εξάντλησιν. Διότι το νόσημα, αφού ήρχιζεν από την κεφαλήν, όπου το πρώτον εγκαθίστατο, εξετείνετο βαθμηδόν εφ' όλου του σώματος, και αν κανείς ήθελε διαφύγει τον θάνατον, προσέβαλλε τα άκρα, όπου άφινε τα ίχνη του. Καθόσον το νόσημα προσέβαλλε και τα αιδοία και τα άκρα των χειρών και ποδών, και πολλοί χάνοντες αυτά εσώζοντο, μερικοί μάλιστα έχαναν και τους οφθαλμούς. Άλλοι πάλιν, ευθύς μετά την θεραπείαν, επάθαιναν γενικήν αμνησίαν και δεν ανεγνώριζαν ούτε εαυτούς, ούτε τους οικείους των.

50. Ο χαρακτήρ τωόντι της νόσου ήτο τοιούτος, ώστε δεν ημπορεί να περιγραφή επαρκώς δια λόγων, και όχι μόνον η σφοδρότης της προσβολής εκάστου κρούσματος υπερέβαινε γενικώς την ανθρωπίνην αντοχήν, αλλά και κατά τούτο απεδείχθη σαφέστατα ότι δεν επρόκειτο δια καμμίαν από τας συνήθεις ανθρωπίνας ασθενείας, καθόσον τα όρνεα και τα τετράποδα, όσα τρώγουν τα ανθρώπινα πτώματα, μολονότι πολλοί νεκροί έμεναν άταφοι, ή δεν επλησίαζαν αυτούς, ή αν έτρωγαν από τα πτώματα, εψοφούσαν. Απόδειξις τούτου είναι η αναμφισβήτητος εξαφάνισις των ορνέων τούτων, τα οποία δεν έβλεπε κανείς ούτε πέριξ των πτωμάτων, ούτε αλλού πουθενά. Ενώ προκειμένου περί των σκύλων, το αποτέλεσμα ήτο ακόμη περισσότερον καταφανές, ως εκ του ότι συμβιούν με τους ανθρώπους.

51. Τοιούτος λοιπόν ήτο ο γενικός χαρακτήρ της ασθενείας, διότι παραλείπω πολλά άλλα ασυνήθη συμπτώματα, κατά τα οποία τα καθέκαστα κρούσματα διέφεραν τα μεν από τα δε. Και εφόσον διήρκει η νόσος, καμμία άλλη από τας συνήθεις ασθενείας δεν παρηνώχλει τους κατοίκους, εάν δε τυχόν παρουσιάζετο κανέν κρούσμα, απέληγεν εις αυτήν. Και άλλοι, μεν απέθνησκαν ένεκα ανεπαρκούς νοσηλείας, άλλοι όμως μολονότι υπεβάλλοντο εις επιμελεστάτην τοιαύτην. Αλλ' ουδέ και κανέν φάρμα-κον, δύναμαι σχεδόν να είπω, ευρέθη, του οποίου η χρήσις να είναι αποτελεσματική, διότι εκείνο που ωφελεί τον ένα, αυτό το ίδιον έβλαπτε τον άλλον, και καμμία ιδιοσυγκρασία, όπως απεδείχθη, δεν ήτο αρκετά ισχυρά δια να αντισταθή, ή αρκετά ασθενής, όπως αποφύγη την ασθένειαν, αλλά όλοι αδιακρίτως υπέκυπταν εις αυτήν, και εκείνοι ακόμη, που εθεραπεύοντο με πάσαν ιατρικήν επιμέλειαν. Και το φοβερώτερον εις όλην αυτήν την ασθένειαν ήτο όχι μόνον η αποθάρρυνσις των θυμάτων, όταν αντελαμβάνοντο ότι προσεβλήθησαν από την νόσον (διότι το πνεύμα των παρεδίδετο αμέσως εις απελπισίαν και εγκατέλειπαν εαυτούς εις την τύχην και δεν ανθίσταντο κατά της ασθενείας), αλλά και το γεγονός ότι νοσηλεύοντες ο εις τον άλλον, εμολύνοντο και απέθνησκαν ωσάν πρόβατα. Και τούτο προεκάλει τους περισσοτέρους θανάτους, διότι ή απέφευγαν εκ φόβου να επικοινωνούν προς αλλήλους και οι ασθενείς απέθνησκαν εγκαταλελειμμένοι, εις τρόπον ώστε πολλαί κατοικίαι ερημώθησαν δι' έλλειψιν νοσηλείας, είτε επικοινωνούσαν και απέθνησκαν εκ της μολύνσεως. Η τελευταία αυτή τύχη επεφυλάσσετο ιδίως εις τους οπωσδήποτε αντιποιουμένους ευγένειαν αισθημάτων, διότι, θεωρούντες τούτο καθήκον τιμής, επεσκέπτοντο τους φίλους των, αψηφούντες τον προσωπικόν κίνδυνον, ενώ αντιθέτως οι ίδιοι οι συγγενείς, καταβαλλόμενοι από το μέγεθος της συμφοράς, εβαρύνοντο επί τέλους και παρήτουν και αυτούς τους θρήνους υπέρ των αποθνησκόντων. Ακόμη όμως περισσότερον ευσπλαχνίζοντο τους θνήσκοντας και τους ασθενείς όσοι είχαν θεραπευθή από την νόσον διότι και εγνώριζαν αυτήν εξ ιδίας πείρας και ήσαν του λοιπού οι ίδιοι πλήρεις θάρρους, καθόσον η νόσος δεν προσέβαλλε δις τον ίδιον άνθρωπον, μετά κακής τουλάχιστον εκβάσεως. Και όχι μόνον εμακαρίζοντο αυτοί από τους άλλους, αλλά και οι ίδιοι, ένεκα της υπερβολής της παρούσης χαράς των, είχαν ως προς το μέλλον κάποιαν επιπολαίαν ελπίδα, ότι δεν θ' απέθνησκαν πλέον ούτε από άλλην ασθένειαν

52. Αλλά την εκ της νόσου ταλαιπωρίαν επηύξησεν η συγκέντρωσις του πληθυσμού της υπαίθρου χώρας εντός της πόλεως. Οι νεωστί ιδίως εισελθόντες υπέφεραν περισσότερον. Διότι δια την έλλειψιν οικιών ηναγκάζοντο να ζουν εντός παραπηγμάτων πνιγηρών ως εκ του θέρους, και οι θάνατοι επήρχοντο εν τω μέσω μεγάλης αταξίας. Νεκροί έκειντο οι μεν επί των δε, και ημιθανείς εκυλίοντο εντός των δρόμων προς όλας τας κρήνας, ως εκ της ασβέστου δίψης, και οι ιεροί περίβολοι, εντός των οποίων είχαν κατασκηνώσει, ήσαν πλήρεις νεκρών, οι οποίοι απέθνησκαν εντός αυτών. Διότι επειδή το κακόν τους κατεβασάνιζεν, οι άνθρωποι, μη γνωρίζοντες ποίον θα είναι το τέλος των, ολιγώρως είχον προς πάντα θείον και ανθρώπινον νόμον. Ως εκ τούτου τα έθιμα, προς τα οποία συνεμορφώνοντο έως τότε, προκειμένου περί ενταφιασμού, κατεπατήθησαν όλα, και καθείς έθαπτε τους νεκρούς του όπως ημπορούσε. Πολλοί μάλιστα, ένεκα ελλείψεως των απαιτουμένων δια την ταφήν υλικών, λόγω του ότι πολλοί εκ της οικογενείας των είχαν ήδη προαποθάνει, προσέφευγαν εις μέσα ταφής βδελυρά. Διότι άλλοι μεν απέθεταν πρώτον τον ιδικόν των νεκρόν επί ξένης πυράς και την ήναπταν, προλαμβάνοντες εκείνους που την είχαν στήσει, άλλοι δε, ενώ νεκρός εκαίετο ήδη, έρριπταν επάνω εκείνον που έφεραν και έφευγαν.

53. Αλλ' η νόσος εισήγαγε προσέτι και άλλας χειροτέρας μορφάς ανομίας εις την πόλιν. Διότι πολλοί, οι οποίοι προηγουμένως απέκρυπταν την επίδοσίν των εις αθεμίτους ηδονάς, παρεδίδοντο ήδη εις αυτάς χωρίς καμμίαν επιφύλαξιν, καθόσον έβλεπαν πόσον αιφνίδια ήτο η μετάπτωσις, αφ' ενός μεν των πλουσίων, οι οποίοι εξαίφνης απέθνησκαν, αφ' ετέρου δε των τέως εντελώς απόρων, οι οποίοι εις μίαν στιγμήν υπεισήρχοντο εις τας περιουσίας εκείνων. Ως εκ τούτου, απεφάσιζαν να χαρούν την ζωήν των όσον ημπορούσαν ταχύτερον, επιδιδόμενοι εις τας απολαύσεις, διότι εθεώρουν και την ζωήν και τον πλούτον εξ ίσου εφήμερα. Και κανείς δεν ήτο διατεθειμένος να υποβάλλεται προκαταβολικώς εις ταλαιπωρίας προς επιδίωξιν σκοπού, τον οποίον ενόμιζεν ενάρετον, αφού εθεώρει αμφίβολον, αν θα επιζήση δια να πραγματοποιήση αυτόν, μόνον δε ό,τι παρείχεν άμεσον απόλαυσιν και ό,τι καθ' οιονδήποτε τρόπον ωδήγει εις τούτο κατήντησε να θεωρήται και ενάρετον και χρήσιμον. Αλλά φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων κανείς δεν τους συνεκράτει, αφ' ενός μεν διότι βλέποντες ότι όλοι εξ ίσου απέθνησκαν, έκριναν ότι καμμία δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας, εξ άλλου δε, επειδή κανείς δεν επίστευεν ότι θα επιζήση, δια να δώση λόγον των εγκλημάτων του και τιμωρηθή δι' αυτά. Τουνοντίον, όλοι εθεώρουν ότι η ήδη κατεψηφισμένη κατ' αυτών και επί των κεφαλών των επικρεμαμένη τιμωρία ήτο πολύ βαρυτέρα, και ότι πριν επιπέση κατ' αυτών, εύλογον ήτο να χαρούν οπωσδήποτε την ζωήν των.

54. Εις τοιαύτην συμφοράν περιπεσόντες οι Αθηναίοι, εταλαιπορούντο, καθόσον και εντός της πόλεως η θνησιμότης ήτο μεγάλη και εκτός αυτής τα κτήματά των ερημώνοντο. Μερικοί μάλιστα κατά την διάρκειαν της δυστυχίας ενθυμήθησαν, όπως ητο φυσικόν, τον επόμενον στίχον, περί του οποίου οι πρεσβύτεροι απ' αυτούς εβεβαίωναν, ότι εψάλλετο εις παλαιοτέραν εποχήν: "θα έλθη δωρικός πόλεμος και λοιμός μαζί μ' αυτόν". Είναι αληθές ότι αντέτειναν μερικοί ότι ο παλαιός στίχος ωμιλούσε περί λιμού και όχι λοιμού, αλλ' επί του παρόντος επεκράτησε φυσικά η γνώμη ότι η λέξις, της οποίας είχε γίνη χρήσις εις το άσμα, ήτο λοιμός, καθόσον οι άνθρωποι εμνημόνευαν τον στίχον σύμφωνα με τα παθήματά των. Αλλ' εάν ποτέ επέλθη άλλος δωρικός πόλεμος μετά τον σημερινόν, και συμπέση να επέλθη λιμός, μου φαίνεται πιθανόν ότι τον στίχον θα ψάλλουν με την λέξιν αυτήν. Ενθυμήθησαν επίσης, όσοι τον εγνώριζαν και τον προς τους Λακεδαιμονίους χρησμόν, όταν εις ερώτησίν των προς τον θεόν, εάν πρέπη να πολεμήσουν, ούτος απήντησεν, ότι εάν διεξαγάγουν τον πόλεμον με όλας των τας δυνάμεις, θα νικήσουν, βεβαιών συνάμα ότι και αυτός θα τους βοηθήση. Όσον λοιπόν αφορά τον χρησμόν, τα τότε συμβαίνοντα εθεώρουν σύμφωνα με τας προβλέψεις του. Το βέβαιον είναι ότι η νόσος ήρχισεν ευθύς μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων, και εις μεν την Πελοπόννησον δεν επεξετάθη, τουλάχιστον εις βαθμόν άξιον λόγου, αλλ' εθέρισε προ πάντων μεν τας Αθήνας, έπειτα δε και μερικούς πολυανθρωποτέρους συνοικισμούς. Τοιαύτη υπήρξεν η πορεία της νόσου.

87. Επανεμφάνισις του λοιμού

Κατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, η νόσος ενέσκηψε δια δευτέραν φοράν εις τας Αθήνας. Είναι, αληθές ότι ουδέποτε είχεν εκλείψει εντελώς, είχεν όμως επέλθει κάποια διακοπή του κακού. Την δευτέραν αυτήν φοράν, διήρκεσεν όχι ολιγώτερον από εν έτος, ενώ την πρώτην ολόκληρα δύο έτη, εις τρόπον ώστε τίποτε άλλο περισσότερον από την νόσον δεν κατέβαλεν ηθικώς και δεν εξησθένησεν υλικώς την πόλιν. Διότι από τους στρατευσίμους του μητρώου των τριών ευπορωτέρων τάξεων, όχι ολιγώτεροι από τέσσαρας χιλιάδας τετρακόσιους οπλίται και τριακόσιοι ιππείς απέθαναν, ενώ είναι αδύνατον να εξακριβωθή πόσοι απέθαναν από τους λοιπούς κατοίκους της πόλεως. Κατά την ιδίαν εποχήν, έγιναν και πολλοί σεισμοί εις τας Αθήνας, την Εύβοιαν και την Βοιωτίαν και προ πάντων τον Βοιωτικόν Ορχομενόν.
 


Είναι γεγονός ότι η πορεία της Ιστορίας πολλών μεγάλων πολιτισμών της αρχαιότητας επηρεάστηκε σημαντικά από την εμφάνιση επιδημιών. Μεταξύ αυτών, ο λοιμός της αρχαίας Αθήνας αναμφισβήτητα αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους παράγοντες που συνέβαλαν στην έκβαση του Πελοποννησιακού πολέμου, επισπεύδοντας το τέλος του Χρυσού Αιώνα και της Αθηναϊκής κυριαρχίας στη Μεσόγειο. O λοιμός ξέσπασε κατά την πολιορκία της Αθήνας από τους Σπαρτιάτες, στην αρχή του καλοκαιριού του 430 π.Χ. και, μέχρι το καλοκαίρι του 428 π.Χ., κυριολεκτικά αποδεκάτισε τον πληθυσμό της πόλης. Αποτέλεσε έναν από τους αποφασιστικούς παράγοντες για την έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου και το τέλος της αθηναϊκής κυριαρχίας στη Μεσόγειο. Μετά από μία σύντομη περίοδο ύφεσης, η επιδημία ενέσκηψε ξανά στη διάρκεια του χειμώνα του 427 π.Χ. και διήρκεσε μέχρι το χειμώνα του 426 π.Χ. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους τρεις κατοίκους της Αθήνας χάθηκε από την επιδημία, μεταξύ αυτών δε και ο χαρισματικός ηγέτης της πόλης Περικλής.

Η αιτία που προκάλεσε το λοιμό της Αθήνας αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ιστορίας της Ιατρικής. Πολύ μελάνι έχει χυθεί πάνω στο θέμα αυτό και οι ερμηνείες που κατά καιρούς δόθηκαν στο λοιμό συχνά ήταν αρκετά φιλόδοξες έως και επιστημονικά αβάσιμες.

Τα μοναδικά δεδομένα, σχετικά με την αιτία του λοιμού, περιορίζονται στις αφηγήσεις του μεγάλου ιστορικού του 5ου αιώνα π.Χ. Θουκυδίδη, ο οποίος προσβλήθηκε από τη νόσο, αλλά επέζησε. Στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου ο Θουκυδίδης περιγράφει με αρκετή ακρίβεια τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Αθήνα την περίοδο του λοιμού, καθώς και τα κύρια σημεία και συμπτώματα της νόσου.

Στηριζόμενοι στην περιγραφή του Θουκυδίδη, πολλοί κορυφαίοι επιστήμονες από όλο τον κόσμο έχουν κατά καιρούς διατυπώσει μία σειρά θεωριών και υποθέσεων, χωρίς όμως να έχουν καταφέρει να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για την αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας. Η αδυναμία τεκμηρίωσης οποιασδήποτε διαγνωστικής υπόθεσης σχετικά με την αιτία του λοιμού της Αθήνας οφείλεται στην έλλειψη κατάλληλου παλαιοπαθολογικού υλικού, η ανάλυση του οποίου ενδεχομένως θα οδηγούσε σε αναδρομική ασφαλή διάγνωση του παθογόνου παράγοντα που προκάλεσε την επιδημία.

Σε αυτήν την εργασία επιχειρείται μια αναδρομική καταγραφή των ιατρικών ερμηνειών που διατυπώθηκαν κατά καιρούς από διάφορους μελετητές για το λοιμό της Αθήνας.


Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


Ο λοιμός της Αθήνας , από το 430 μέχρι το 427 π.Χ. ήταν ίσως ο πιο καταστροφική και θανατηφόρος επιδημία που έχει καταγραφεί σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, ο ίδιος  ο Θουκυδίδης έπεσε θύμα της ίδιας της νόσου, αλλά κατά ειρωνική σύμπτωση επέζησε για να περιγράψει την επιδημία και την ασθένεια καθ΄ αυτή. Οι περιγραφές του έχουν για αιώνες χρησιμοποιηθεί ως σημείο αναφοράς για ερευνητές καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Παρ’ όλα αυτά, η συμπτωματολογία από πολλές προτεινόμενες ασθένειες δεν αντιστοιχεί σε αυτά που περιγράφει ο Θουκυδίδης.

Οι περιγραφές του Θουκυδίδη σχετικά με τα συμπτώματα της νόσου υποδεικνύουν ξεκάθαρα την προσβολή πολλών διακριτών οργάνων και συστημάτων. Υπάρχει προσβολή των οφθαλμών και της αναπνευστικής οδού από τη μύτη, μέχρι την τραχεία. Παρομοίως, υπάρχει προσβολή και του γαστρεντερικού σωλήνα. Η απαρχή της νόσου γίνεται με εμετούς, που αργότερα ακολουθούνται από έντονη διάρροια. Οι ενδείξεις αυτές συνηγορούν στο γεγονός ότι πρόκειται για κάποια γαστρεντεροπάθεια μεσολαβούμενη από το κεντρικό νευρικό σύστημα παρά για μια τοπική εξανθηματική νόσο. Η έκφραση ‘σπασμωδική’ που χρησιμοποιείται εν προκειμένω ίσως απλώς υπογραμμίζει τη βιαιότητα των συμπτωμάτων της νόσου. Οι σπασμοί, οι οποίοι ΄επέμεναν για αρκετό χρόνο’ ίσως αντανακλούν μεταβολική αλκάλωση προκλυόμενη από την απώλεια ηλεκτρολυτών.

Η κάτωθι περιγραφή των δερματικών εξανθημάτων ως «ἀλλ’ ὑπέρυθρον, πελιτνόν, φλυκταίναις μικραῖς καὶ ἕλκεσιν ἐξηνθηκός» θεωρείται από πολλούς μελετητές ως ανεπαρκής. Θα ήταν ωφέλιμο να περιγράφεται σε ποιο ακριβώς στάδιο της νόσου εμφάνιζαν τα σημεία αυτά και ποια ήταν η πρόγνωση της νόσου για όσους τα έφεραν. Επιπλέον, θα ήταν χρήσιμο, αν διευκρινιζόταν αν επρόκειτο για έγκαυμα ή τυφοειδούς τύπου έξαρση.

Όσο για τη διανοητική κατάσταση των νοσούντων, μπορούμε να βγάλουμε αρκετά αρνητικά συμπεράσματα. Η κατάπτωση, το κώμα, το σοκ δεν είναι μια κατάσταση, η οποία συμβαδίζει με την περιγραφή του Θουκυδίδη ως «ἡ ἀπορία τοῦ μὴ ἡσυχάζειν καὶ ἡ ἀγρυπνία ἐπέκειτο διὰ παντός. καὶ τὸ σῶμα, ὅσονπερ χρόνον καὶ ἡ νόσος ἀκμάζοι, οὐκ ἐμαραίνετο, ἀλλ’ ἀντεῖχε παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπωρίᾳ» και την συνοδεύουσα εικόνα, όπου οι νοσούντες τρέχουν να βρουν κάποιο λάκκο με νερό για να δροσιστούν. Παράλληλα, η περιγραφή του Θουκυδίδη ότι «ὥστε ἢ διεφθείροντο οἱ πλεῖστοι ἐναταῖοι καὶ ἑβδομαῖοι ὑπὸ τοῦ ἐντὸς καύματος» συμβαδίζει με κάποιον τύπο υπερθερμικού θάνατου. Οι θάνατοι, που ακολουθούν από διάρροια συμβαδίζουν με κάποια νόσο που προκαλεί ταυτόχρονα υπογκαιμικό και τοξικό σοκ. Κατά την ανάρρωση, οι παρατηρούμενες γάγγραινες, η τύφλωση και η αμνησία δείχνουν τη σοβαρότητα μιας σοβαρής περιφερικής κυκλοφορικής διαταραχής αργότερα κατά τη διάρκεια ανάρρωσης από την ασθένεια.

Παραλείπεται, ωστόσο, η αναφορά σε μια λίστα από πιθανά αρνητικά ευρήματα γνωστά κατά την εποχή του Θουκυδίδη. Δεδομένης της ακρίβειας της περιγραφής του Θουκυδίδη, θεωρείται δεδομένο πως ο ίδιος θα ήταν σε θέση να περιγράψει, αν υπήρχαν, ευρήματα, όπως ο ίκτερος, η δύσπνοια, λεμφαδενοπάθειες, πλευρίτιδα ή παραγωγή πύου.

Τέλος, η χρήση της έκφρασης «εξελκωμένου» γαστρεντερικού σωλήνα είναι ασαφής, ενώ δεν πρέπει να παραλείπεται το γεγονός πως συχνά στην ιπποκρατική γραφή γίνεται συχνά διάκριση μεταξύ της δυσεντερίας και της διάρροιας. Τελικά, από τη σύνοψη των περιγραφόμενων συμπτωμάτων μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τα προσβαλλόμενα όργανα και τα συμπτώματα. Συγκεκριμένα, αυτά είναι:
  • Οξεία αναπνευστική προσβολή, σοβαρή και πιθανώς νεκρωτική
  • Οξεία τοξική γαστρεντεροπάθεια, μεσολαβούμενη από το κεντρικό νευρικό σύστημα
  • Φυσαλιδώδης πυοφύτης
Η ομάδα αυτών των κλινικών ευρημάτων είναι τόσο εμφανής, ώστε γενικώς η εικόνα αυτή αντιστοιχεί στην κλινική εικόνα του συνδρόμου του Θουκυδίδη.

Αναζητώντας μια συγκεκριμένη παθολογία για το σύνδρομο αυτό, μπορεί ενδεχομένως να υποστηριχθεί ότι οι κλινικές εκδηλώσεις των οξέων αναπνευστικών συμπτωμάτων είναι συμβατά με προσβολή από τον ιό της γρίπης. Όπως είναι πλέον γνωστό, η περιοχή όπου συνήθως ο ιός ενοφθαλμίζεται είναι το κροσσωτό επιθήλιο της αναπνευστικής οδού, όπου προκαλεί οξεία αιμορραγική και συχνά πυώδη τραχειοβρογχίτιδα.

Επιπλέον, τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά σχετίζονται αρκετά με αυτά του πανδημικού ιού της γρίπης. Κλασικά οι πανδημίες ξεκινούν από ένα εστιασμένο σημείο ή περιοχή και στη συνέχεια μεταδίδονται κατά μήκος μιας οδού μετακίνησης του πληθυσμού σε αρκετές περιοχές του πλανήτη αλλά όχι σε ολόκληρο τον πλανήτη. Επιπλέον, οι πανδημίες μπορούν να εμφανίζονται σε οποιαδήποτε περίοδο. Το πιο εμφανές παράδειγμα είναι η πανδημία του 1918, οπότε η πανδημία ξεκίνησε μέσα στο καλοκαίρι και το φθινόπωρο και αρχικά ανάμεσα σε στρατιωτικές μονάδες. Στη συνέχεια, κατάστρεψε την Αυστραλία κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1919. Επανερχόμενα κύματα συνέβαιναν για τουλάχιστον 3-4 χρόνια μετά, καθώς και ανάμεσα στην περίοδο 1889-1992.

Η σημασία της πυκνότητας σε σχέση με τη σοβαρότητα και την ένταση της γρίπης αναγνωρίζεται παγκοσμίως. Από αυτή τη σκοπιά, η απουσία της καταγραφής ενός λοιμού στη Σπάρτη χρησιμοποιείται συχνά ως απόδειξη εναντίον της γρίπης ως αιτίας του προκείμενου λοιμού της Αθήνας. Ωστόσο, υπογραμμίζεται πως στη δεδομένη περίοδο η Αθήνα βρισκόταν υπό πολιορκία και ο πληθυσμός ήταν υπερβολικά συνωστισμένος.

Προκειμένου να γίνει αποδεκτή η υπόθεση της γρίπης, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη αρκετά στοιχεία διαφοροποίησης σε σχέση με άλλες πανδημίες: η απουσία πνευμονίας οποιασδήποτε μορφής, η πολύ μεγάλη θνησιμότητα και τα σοβαρά γαστρεντερικά συμπτώματα.

Η πνευμονία είναι, ωστόσο, ένα πιθανό σύμπτωμα. Ο Θουκυδίδης, ας μην ξεχνούμε, ήταν ένας γενικός παρατηρητής της κοινότητας, καθώς δεν υπήρχε κανένα νοσοκομείο ή γενικώς κλινική όπου οι πιο σοβαρές περιπτώσεις θα είχαν μεταφερθεί. Στις περισσότερες επιδημίες γρίπης οι περιπτώσεις πνευμονίας είναι αρκετά αυξημένες, αλλά ακόμα και κατά τη διάρκεια της πανδημίας του 1918 η πνευμονία αποτελούσε ένα μικρό μόνο τμήμα των συνολικών περιπτώσεων. Σε αντιπαραβολή με την πανδημία του 1918, όπου η πνευμονία ήταν συνυπήρχε πνευμονία, στον λοιμό της Αθήνας η πνευμονία ενδεχομένως να μην ήταν ορατή, παρ’ ότι υπήρχε. Παράλληλα, απορρίπτεται το ενδεχόμενο να υπήρχε αλλά να μην την κατέγραψε ο Θουκυδίδης.

Η θνησιμότητα στην Αθήνα είναι υπερβολικά μεγάλη σε αναλογία προς όλες τις μέχρι τώρα γνωστές επιδημίες γρίπης. Ακόμα και το 1918 η θνησιμότητα δεν ξεπέρασε το 3 με 5%. Προτείνεται, λοιπόν, σε αυτό το σημείο ότι στον λοιμό συνυπήρχε το μικρόβιο του σταφυλόκοκκου. Πολλές πανδημίες του παρελθόντος έχουν αποδοθεί στο μικρόβιο αυτό.

Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων του γαστρεντερικού και τα χαρακτηριστικά των συμπτωμάτων αυτών που περιγράφονται από τον Θουκυδίδη ομοιάζουν προς την κατάσταση της εντεροτοξικής τροφικής δηλητηρίασης από σταφυλόκοκκο, εκτός από το γεγονός ότι κατά την αρχή των συμπτωμάτων εμφανίζονται περισσότερο να ακολουθούν να συμβαίνουν παράλληλα με τα αρχικά αναπνευστικά συμπτώματα καθώς και ότι η διάρκειά τους υπερέβαινε κάποιον αριθμό ημερών ή ακόμα και τη μία εβδομάδα. Φαίνεται, λοιπόν, ότι υπήρξε μια αργή και προοδευτική απορρόφηση του βακτηρίου από το κατεστραμμένο αναπνευστικό επιθήλιο ΄ή από τις πληγές του δέρματος. Το στέλεχος ή τα στελέχη των βακτηρίων φαίνεται πως δεν ήταν επιθετικά.

Αυτή η υπόθεση τεκμηριώνεται από την ανακάλυψη του συνδρόμου του τοξικού σοκ. Η ανακάλυψη του συνδρόμου αυτού το 1978 έδειξε ότι ασήμαντες πληγές στο δέρμα μπορούν να οδηγήσουν σε ξαφνική, σοβαρή και πολλές φορές θανατηφόρα ασθένεια. Προφανώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί πως το αποκαλούμενο ως σύνδρομο του Θουκυδίδη ταυτίζεται με το σημερινό σύνδρομο του τοξικού σοκ. Ωστόσο, είναι λογικό να εμπλέκονται οι ίδιοι παθογενετικοί μηχανισμοί, στους οποίους περιλαμβάνεται η προσβολή των ξενιστών από έναν με επιθετικό σταφυλόκοκκο, ο οποίος μπορούσε να παράγει μια εξοτοξίνη παρόμοια με αυτήν με την τοξίνη-1 του συνδρόμου του τοξικού σοκ. Αυτή η τοξίνη ενδεχομένως διαφέρει από αυτήν του συνδρόμου τοξικού σοκ στο ότι είναι κυρίως εντεροτοξική και προκαλεί μικρότερου βαθμού κατάρρευση του κυκλοφορικού.

Παρακάτω, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι «γενόμενον γὰρ κρεῖσσον λόγου τὸ εἶδος τῆς νόσου τά τε ἄλλα χαλεπωτέρως ἢ κατὰ τὴν ἀνθρωπείαν φύσιν προσέπιπτεν ἑκάστῳ καὶ ἐν τῷδε ἐδήλωσε μάλιστα ἄλλο τι ὂν ἢ τῶν ξυντρόφων τι• τὰ γὰρ ὄρνεα καὶ τετράποδα ὅσα ἀνθρώπων ἅπτεται, πολλῶν ἀτάφων γιγνομένων ἢ οὐ προσῄει ἢ γευσάμενα διεφθείρετο. τεκμήριον δέ• τῶν μὲν τοιούτων ὀρνίθων ἐπίλειψις σαφὴς ἐγένετο, καὶ οὐχ ἑωρῶντο οὔτε ἄλλως οὔτε περὶ τοιοῦτον οὐδέν• οἱ δε κίνες μάλλον αίσθησιν παρείχον του αποβαίνοντος διά του ξυνδιαιτίσθαι.».  Με βάση την προτεινόμενη θεωρία η εξαφάνιση των όρνεων και των σκύλων σχηματίζουν μια εικόνα ίσως υπερβολική. Η κυριολεκτική απόδοση του αποτελέσματος της ασθένειας σε αυτούς που πρόσεχαν τους ασθενείς είναι ότι «πέθαιναν σαν τα πρόβατα» και αυτό, ίσως, αυξάνει την πιθανότητα ότι ακόμα και τα πρόβατα μπορούσαν να προσβληθούν από την νόσο. Ωστόσο, δεν υπάρχουν παρατηρήσεις που να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Ελάχιστες ιστορικές αναφορές επικεντρώνονται σε τέτοιες παρατηρήσεις, αλλά τέτοιες ανακαλύψεις σχετικά με τον ιό της γρίπης ίσως να σχετίζονται.

Το επιθετικό δυναμικό των ιών της γρίπης αυξάνει, τόσο σε πειραματικές δοκιμασίες όσο και σε περιβαλλοντικά πρότυπα. Ανάμεσα στα ζώα, οι χοίροι φαίνεται ότι προσβάλλονται νωρίτερα από τους ανθρώπους. Μια μεγάλη ποικιλία θηλαστικών μπορούν να προσβάλλονται από ιούς της γρίπης του ανθρώπινου είδους. Ωστόσο, οι μολύνσεις αυτές είναι συνήθως αφανείς. Ανεξάρτητα από τους τύπους των στελεχών, που μπορούν να προσβάλλουν τους ανθρώπους, είναι πιθανό ότι τα στελέχη αυτά στην πάροδο του χρόνου υφίστανται μεταλλάξεις που τους επιτρέπουν να μολύνουν ζώα και ανθρώπους παράλληλα.


Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Όπως, λοιπόν, αναφέρθηκε και παραπάνω, μία πιθανή προσέγγιση της αιτίας του λοιμού του Θουκυδίδη είναι η λοίμωξη από τον ιό της γρίπης και παράλληλα η ανάπτυξη σταφυλόκοκκου. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά επιχειρήματα εναντίον της άποψης αυτής, η οποία έχει υποστηριχθεί από διάφορους ερευνητές, όπως ο Langmuir, o Mercier, ο οποίος πρώτος εισήγαγε τη θεωρία του ιού της γρίπης, και του Kobert, ο οποίος, έχοντας ζήσει τον καταστροφικό λοιμό του 1889-1892, δεν πίστευε πως μόνος ο ιός της γρίπης μπορούσε να φέρει αυτό το αποτέλεσμα. Καθένας από αυτούς τους ερευνητές προσπάθησε να προσεγγίσει το αίτιο του λοιμού με αναγνώριση των συμπτωμάτων και των χαρακτηριστικών που περιγράφονται από τον Θουκυδίδη και τον παραλληλισμό αυτών με σημερινά δεδομένα.

Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, είναι επικίνδυνη, καθώς ο Θουκυδίδης ήταν ένας γενικός παρατηρητής ο οποίος δε χρησιμοποιεί εξειδικευμένους όρους και πιθανώς έγραψε τις παρατηρήσεις του πολύ μετά το πέρας της επιδημίας, χρησιμοποιώντας έννοιες του Ιπποκράτη σχετικά με την αιτία της ασθένειας και πιθανώς επηρεασμένος από τα δικά του βιώματα. Ο Θουκυδίδης δεν μπορεί να κατέχει την εξειδικευμένη ιατρική ορολογία: όπως ο Ιπποκράτης και οι άλλοι ιατροί του 5ου π.Χ. αι. και θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει γενικούς όρους για την περιγραφή συγκεκριμένων ευρημάτων που αφορούν τη νόσο, όπως είναι για παράδειγμα, ο όρος ‘φλύκταινες’ για την περιγραφή των δερματικών βλαβών. Αυτοί οι όροι ίσως είναι αδύνατο να συνδεθούν με σημεία ή συμπτώματα που εμφανίζονται περίπου 2.500 χρόνια αργότερα.

Για την αντίκρουση επιχειρήματος του λεγόμενου συνδρόμου του Θουκυδίδη έχουν επιστρατευθεί, επίσης, επιδημιολογικά, ιστορικά και κλινικά ευρήματα. Οι προσεγγίσεις αυτές φαίνεται πως αποκλείουν τον ιό της γρίπης ως αίτιο του λοιμού της Αθήνας. Αν και γενικώς θεωρείται πιθανό ότι η πυκνότητα του πληθυσμού κυμαινόταν από 100.000 ή ακόμα και 200.000 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο κατά τις αρχές του λοιμού, ακόμα και η ελάχιστη εκτίμηση της πυκνότητας του πληθυσμού (20.000-25.000 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο) δε θα μπορούσε να διατηρήσει τη γρίπη σε μια πλήρως κλειστή πόλη για 2-5 συνεχόμενα έτη.

Παράλληλα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και κάποιο μαθηματικό μοντέλο για την απόδειξη της ύπαρξης ή όχι του ιού της γρίπης. Το μοντέλο αυτό περιγράφει τις παραμέτρους μετάδοσης σε ένα πραγματικό ξέσπασμα της νόσου γνωστής διαρκείας σε μια αθηναϊκή εκστρατευτική δύναμη γνωστού μεγέθους. Στη συνέχεια, τα δεδομένα αυτά μπορούν να εφαρμοστούν για την πρόβλεψη της εξέλιξης του λοιμού της Αθήνας στο σύνολό της, υποθέτοντας ότι η νόσος θα συμπεριφερόταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η εφαρμογή αυτού του μοντέλου ίσως είναι διαφωτιστική, καθώς δεν υπάρχει κάποια πηγή πληροφόρησης σχετικά με την εξέλιξη της νόσου. Ακόμα, όμως, και το μοντέλο αυτό δεν είναι υποχρεωτικά αποτελεσματικό, καθώς δεν μπορεί να περιγράψει την εξέλιξη της νόσου σε εξαιρετικά ασυνήθιστες συνθήκες. Ωστόσο, από ένα τέτοιο μοντέλο προκύπτει ότι ο τρόπος μετάδοσης δεν είναι χαρακτηριστικός του ιού της γρίπης. Αυτό είναι αληθές, ανεξάρτητα από τους δείκτες που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή της πυκνότητας του πληθυσμού. Ωστόσο, τα διάφορα μαθηματικά μοντέλα ενέχουν κινδύνους, οι οποίοι απορρέουν από την ανακρίβεια σε αριθμητικές αξίες των μεταβλητών-κλειδιά και από την αναγκαιότητα σχηματισμού προϋποθέσεων που δεν μπορούν να αποδειχθούν, και γι’ αυτό κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων πρέπει να υπάρχει μια σχετική επιφύλαξη.

Αν και μερικά στοχαστικά μοντέλα μπορούν να είναι σημαντικά στην εκτίμηση λιγότερο μεταδοτικών ασθενειών, που διασπείρονται ενδημικώς, είναι αμφίβολη η αξία τους στη μελέτη της εξάπλωσης της γρίπης η οποία δεν έχει συνδεθεί με ενδημική ανακύκλωση. Η γρίπη μπορεί να εξαπλώνεται τόσο γρήγορα ώστε και μια απλή ισότητα μπορεί να αντικαταστήσει μια περιγραφική επιδημική καμπύλη σε περιορισμένες τοποθεσίες. Ωστόσο, τα διάφορα μαθηματικά μοντέλα χρειάζεται να περιέχουν και άλλες παραμέτρους, όπως ο ρυθμός των γεννήσεων, η μετανάστευση και η παλιννόστηση από και προς την ύπαιθρο, καθώς οι Λακεδαίμονες πολιορκούσαν την πόλη ή είχαν σταματήσει να την πολιορκούν, καθώς και τα δεδομένα, που προέκυψαν για το ξέσπασμα της νόσου στον στρατό της Ποτίδαιας.

Πάντως, ανεξάρτητα από το αν μπορούν τα μαθηματικά μοντέλα να περιγράψουν επιδημικές νόσους, έχουν καλή εφαρμογή στην περιγραφή σύγχρονων και παλαιότερων επιδημιών γρίπης, καθώς και στην πρόβλεψη της εξέλιξης μιας μελλοντικής επιδημίας γρίπης. Το συμπέρασμα, ωστόσο, είναι κοινό σε όλες τις περιπτώσεις: σε πυκνούς, χωρίς ιστορικό ή αραιούς, μερικώς ανοσοποιημένους πληθυσμούς οι επιδημίες της γρίπης εξελίσσονται με μαθηματική κανονικότητα. Επιπρόσθετα, οι επιδημικές καμπύλες είναι βραχείες και παρουσιάζουν κανονική κωδωνοειδή μορφή, ίσως ελαφρά μετατοπισμένες προς τα δεξιά. Τέλος, είναι γνωστό πως είναι αποδεκτό το γεγονός ότι οι επιδημικές καμπύλες της γρίπης δε δείχνουν ποτέ ενδημική μετάδοση.

Ερευνητικά δεδομένα από προηγούμενες επιδημίες γρίπης υποστηρίζουν τα παραπάνω δεδομένα. Η πανδημία του 1782 επηρέασε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατά σειρά, διαρκώντας λιγότερο από 6 εβδομάδες σε κάθε χώρα. Παρομοίως, η επιδημία του 1889-1890 εξαπλώθηκε από το Παρίσι σε κάθε χωριό της Γαλλίας μέσα σε περίπου 2 εβδομάδες, από την 16η Δεκεμβρίου 1889 μέχρι την πρωτοχρονιά. Στο Μόναχο η γρίπη πέρασε από έναν πληθυσμό 261.981 ανθρώπων μέσα σε περίπου 45 ημέρες.

Η πανδημία γρίπης του 1918 αποτέλεσε μια αντιγονική αλλαγή, η οποία εξέθεσε δισεκατομμύρια ανθρώπων σε ‘νέους’ ιούς. Παρά τα μέτρα υγιεινής και προστασίας που ελήφθησαν και τις ενεργητικές προσπάθειες περιορισμού , ο ιός εξαπλώθηκε στο Newark του New Jersey σε 12-15 εβδομάδες. Σημειώνεται πως η πόλη είχε πληθυσμό περίπου 435.000 κατοίκους, όσος και ο πληθυσμός της Αθήνας το 430 π.Χ., αν και λιγότερο πυκνοκατοικημένο. Το ίδιο πρότυπο εξάπλωσης παρατηρήθηκε σε πολλές άλλες πόλεις το 1918 με οξεία κορυφή και συμμετρικές επιδημικές καμπύλες. Σε αυτούς τους 3 ‘θανάσιμους μήνες της αμερικανικής ιστορίας’ η επιδημία διέσχισε ολόκληρες τις Ηνωμένες πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης της Χαβάης και του Πουέρτο Ρίκο, μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων.

Η πανδημία αυτή κατέδειξε αυτό που ήταν γενικώς γνωστό σε προγενέστερες εποχές. Νωρίτερα, κατά το 1826, ένας Αμερικανός φυσιολόγος κατέγραψε ότι «το βασικό γεγονός είναι… αυτό ότι η επιδημία (γρίπης) επηρεάζει μια ολόκληρη περιοχή μέσα στο διάστημα μιας εβδομάδας και μια ολόκληρη ήπειρο σαν τη βόρεια Αμερική … στο διάστημα μερικών εβδομάδων.»

Κάποια από τα κλινικά δεδομένα, επίσης, συνηγορούν στην απόρριψη της γρίπης ως αιτίου του λοιμού στην Αθήνα. Σε περιπτώσεις θανατηφόρων επιδημιών γρίπης, οι περισσότεροι από τους θανάτους οφείλονται σε πνευμονία, όπως για παράδειγμα περισσότεροι από το 99% των θανάτων Αμερικανών στρατιωτών κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν και η πνευμονία αναγνωρίζεται, περιγράφεται και διαγιγνώσκεται κατά τον 5ο π.Χ. αι. στην Αθήνα, ο Θουκυδίδης δεν το αναφέρει ανάμεσα σε πολλά άλλα συμπτώματα ή επιπλοκές της επιδημικής νόσου.

Προκειμένου να καταταχθεί ο λοιμός της Αθήνας σε σύνδρομο του Θουκυδίδη, όπως έχει αναφερθεί σε παραπάνω παραγράφους, απαιτούνται τέσσερις βασικές προϋποθέσεις:
  • η ύπαρξη επιδημίας γρίπης, η οποία όχι μόνο σκότωσε χωρίς να προκαλέσει πνευμονία, αλλά και
  • μπορούσε να μεταδίδεται με πολύ αργό ρυθμό κάτω από συνθήκες συνωστισμού του λαού της Αθήνας
  • απαιτείται, επιπλέον, μια επιδημία από τοξινοπαραγωγό σταφυλόκοκκο και
  • τέλος, να εξηγηθεί η περιγραφή ‘φλύκταινες’ με βάση τον Θουκυδίδη, ως επιδημία πυώδους νόσου, η οποία στις μέρες μας δεν προκαλείται συνήθως από στελέχη του σταφυλόκοκκου ή του στρεπτόκοκκου.

Οι επιδημιολογικές παρατηρήσεις του Θουκυδίδη παρέχουν στοιχεία για τη μορφή της μεταδοτικότητας της επιδημικής νόσου, βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο στη μείωση των πιθανών αιτίων αυτής της νόσου. Αυτά τα στοιχεία περιλαμβάνουν την παραμονή της επιδημίας για διάστημα τουλάχιστον 2 ετών, την ανικανότητα των Σπαρτιατών και πολλών άλλων να προσβληθούν από αυτή, τη συσχέτιση με την πυκνότητα του πληθυσμού, την έλλειψη μιας ξεκάθαρης άποψης για την περιοδικότητα της νόσου και την εκτίμηση ότι περίπου το 75% των θανάτων συνέβησαν κατά το πρώτο κύμα της ασθένειας.

Συμπερασματικά, τα επιδημιολογικά πρότυπα της νόσου είναι περισσότερο συμβατά με ασθένειες όπως ο τύφος, ασθένειες που μεταδίδονται με τους κώνωπες, ο άνθρακας ή η ευλογιά.




ΓΡΙΠΗ ΤΩΝ ΠΤΗΝΩΝ


Με μια πρώτη όψη τα συμπτώματα αυτά ενδεχομένως μας φαίνεται να ταιριάζουν με αυτά που περιγράφει ο Θουκυδίδης. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία εμπεριστατωμένη μελέτη η οποία να υποστηρίζει την άποψη αυτή. Η γρίπη των πτηνών, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχει προσβάλλει περισσότερους από 100 ανθρώπους. Ο αριθμός αυτός είναι πολύ μικρός, προκειμένω να υπάρχει μια στατιστική επισκόπηση των συμπτωμάτων που προκαλούνται. Παράλληλα, το στέλεχος, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη σημερινή διάδοση της νόσου, είναι ένα στέλεχος που έχει προκύψει από μεταλλάξεις του αρχικού ιού της γρίπης, τίποτα, όμως, δε συμβάλλει προς την κατεύθυνση ότι το ίδιο στέλεχος μπορεί να είχε δημιουργηθεί περί τα 2,500 χρόνια πριν. Αν αναλογιστεί κανείς πως ακόμα και σήμερα τα συμπτώματα κυμαίνονται από απλό πυρετό, ερεθισμένο φάρυγγα, μυϊκούς πόνους μέχρι επιπεφυκίτιτιδα, πνευμονία, σοβαρές αναπνευστικές διαταραχές, είναι ακόμα περισσότερο αβέβαιο να υποστηριχθεί ότι η υποφαινόμενη αιτία του λοιμού ήταν η γρίπη των πτηνών, καθώς σύμφωνα με τον Θουκυδίδη τα συμπτώματα ήταν σε αρκετά μεγάλο βαθμό σαφώς καθορισμένα. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το συγκεκριμένο στέλεχος που προκαλεί τη γρίπη των πτηνών έχει μεγάλη σημασία για την οξύτητα των συμπτωμάτων της νόσου. Η μοναδική, ίσως, αιτιολογία για να απορρίψουμε την υπόθεση του Θουκυδίδη ως αιτίου του λοιμού θα ήταν οι μέρες που παρέρχονται μέχρι τον θάνατο. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι ασθενείς απεβίωναν τη έβδομη έως την ένατη ημέρα. Για τη γρίπη των πτηνών στον άνθρωπο, οι ημέρες θανάτου μπορούν να φτάσουν τις 12, ή ακόμα και να μην απέλθει θάνατος. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τις ιδιότητες της νόσου που προκαλείται από ένα στέλεχος του ιού που δε γνωρίζουμε. Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να υπάρξει περαιτέρω κλινικο-εργαστηριακή διερεύνηση της υπόθεσης αυτής, όχι με υποθέσεις αλλά με συγκεκριμένα δεδομένα.


ΤΥΦΟΕΙΔΗΣ ΠΥΡΕΤΟΣ

Μια από τις ερμηνείες που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί στην επιστημονική κοινότητα είναι o τυφοειδής πυρετός .Η νόσος αυτή ήταν γνωστή από την εποχή του Θουκυδίδη με το όνομα «καύσος». Ο  Grmek  αναφέρει μία σαφή περίπτωση προερχόμενη από ένα ιπποκρατικό κείμενο (Επιδημίες,VII,11). Ωστόσο, ο Θουκυδίδης,  αν και δεν ήταν επιδημιολόγος, αναφέρει σαφώς ότι η νόσος που περιγράφει ήταν άγνωστη μέχρι τότε, γεγονός που θέτει προβληματισμούς για το αν πράγματι πρόκειται για τυφοειδή πυρετό μιας και αυτή η ασθένεια έστω και σε κάποια παραλλαγμένη μορφή υπήρχε καταγεγραμμένη.

Ο τυφοειδής πυρετός, γνωστός επίσης και ως εντερικός πυρετός, προκαλείται από  ένα gram-negative βακτηρίδιο που ανήκει στα βακτήρια της σαλμονέλας και ονομάζεται salmonella typhi. Διαβιβάζεται από τα τρόφιμα ή το ύδωρ που μολύνονται με τα βακτηρίδια από ένα μολυσμένο πρόσωπο, ή από τα λύματα που περιέχουν τα βακτηρίδια. Ο άνθρωπος είναι ο κύριος ξενιστής της σαλμονέλας και μπορεί να τη διασπείρει στο περιβάλλον με τα κόπρανα και από το στόμα.

Ωστόσο στην περιγραφή του Θουκυδίδη αναφέρεται ότι νοσούσαν και άλλα θηλαστικά όπως π.χ. ο σκύλος αλλά ακόμα και τα πτηνά στοιχείο που ανατρέπει τον τυφοειδή πυρετό.

[2.50.1-2.50.2 … καθόσον τα όρνεα και τα τετράποδα, όσα τρώγουν τα ανθρώπινα πτώματα, μολονότι πολλοί νεκροί έμεναν άταφοι, ή δεν επλησίαζαν αυτούς, ή αν έτρωγαν από τα πτώματα, εψοφούσαν. Απόδειξις τούτου είναι η αναμφισβήτητος εξαφάνισις των ορνέων τούτων, τα οποία δεν έβλεπε κανείς ούτε πέριξ των πτωμάτων, ούτε αλλού πουθενά. Ενώ προκειμένου περί των σκύλων, το αποτέλεσμα ήτο ακόμη περισσότερον καταφανές, ως εκ του ότι συμβιούν με τους ανθρώπους.]


Έπειτα από ένα μέσο χρόνο επώασης δέκα ημερών (3-60 ημέρες) η νόσος εκδηλώνεται κλινικά με την παρουσία ρίγους, πυρετού, ζάλης, κεφαλαλγίας και δυσκοιλιότητας. Η άνοδος του πυρετού έχει σταδιακή εξέλιξη και διαρκεί όλη την πρώτη εβδομάδα της νόσου. Κάποιες φορές παρατηρούνται και συμπτώματα όπως ανορεξία, εντερική αιμορραγία, εντερική διάτρηση, σηψαιμία, μηνιγγίτιδα, οστεομυελίτιδα, ηπατομεγαλία και σπληνομεγαλία. Στη φάση αυτή μπορεί να παρατηρηθεί και συμμετοχή του Κ.Ν.Σ., την οποία ακόμα και ο ίδιος  ο Ιπποκράτης περιέγραψε ως "τύφο". Ο άρρωστος δεν επικοινωνεί καλά με το περιβάλλον του και μπορεί να εμφανίσει παραλήρημα. Την ίδια περίοδο μπορεί να παρουσιαστεί και η τυφική ροδάνθη, ένα αραιό ερυθρό κηλιδώδες εξάνθημα που εντοπίζεται στο άνω τμήμα της κοιλιάς, τις πλάγιες και τις πίσω περιοχές του θώρακα και διαρκεί δύο έως τρεις ημέρες. Στις αρχές της δεύτερης εβδομάδας η δυσκοιλιότητα μπορεί να μεταπέσει σε διάρροια και ο άρρωστος να παραπονιέται για αίσθημα διάτασης και να εμφανίσει βορβορυγμούς. Κατά τη διάρκεια της τρίτης εβδομάδας μπορεί να παρατηρηθεί σπανιότατα νεφρίτιδα ή ηπατική βλάβη. Χωρίς θεραπεία η νόσος διαρκεί τέσσερις έως οκτώ εβδομάδες και η αποκατάσταση του ασθενή είναι σταδιακή.

Από τα παραπάνω συμπτώματα της ασθένειας άλλα ταιριάζουν και άλλα όχι με την περιγραφή του Θουκυδίδη. Αρχικά ο Θουκυδίδης μιλά για μια ασθένεια με αιφνίδια έναρξη  [2.48.1 Εις δε την πόλιν των Αθηνών ενέσκηψεν αιφνιδίως….], ενώ τα συμπτώματα του τυφοειδούς πυρετού εμφανίζονται και αναπτύσσονται σταδιακά. Επίσης, ο ιστορικός αφήνει να εννοηθεί ότι η διασπορά της επιδημίας ήταν ταχύτατη, ενώ ο χρόνος επώασης του τυφοειδούς πυρετού είναι 3-60 ημέρες και ο μέσος χρόνος επώασης περίπου 10 ημέρες. Τα επακόλουθα συμπτώματα της περιγραφής του λοιμού (κεφαλαλγία, ισχυρός πυρετός, ερυθήματα, ναυτία, αδυναμία, ακατάσχετη διάρροια) ταιριάζουν με τον τυφοειδή πυρετό.

Αντίθετα, η σταδιακή μετάπτωση της ασθένειας από το άνω τμήμα του σώματος (κεφαλή) προς τα κάτω άκρα, όπως περιγράφεται από τον Θουκυδίδη, δεν αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του τυφοειδούς πυρετού αλλά και καμιάς άλλης ασθένειας από αυτές που κατά καιρούς έχουν προταθεί για την ερμηνεία του λοιμού. Η παροδική απώλεια της όρασης (φλόγωση των οφθαλμών αλλά και η απώλεια των οφθαλμών σε κάποιους ασθενείς που επέζησαν), τα συμπτώματα στο ανώτερο και κατώτερο αναπνευστικό σύστημα (αιματώδης γλώσσα και φάρυγγας, αφύσικος και δυσώδης εκπνοή, πτερνισμοί, βραχνάδα, ισχυρός βήχας ), και κάποια από τα συμπτώματα στο γαστρεντερικό σύστημα (χολικές εμετικές κενώσεις, ισχυροί σπασμοί) ουδεμία σχέση φαίνεται να έχουν με τον τυφοειδή πυρετό. Τα συμπτώματα στα γεννητικά όργανα και η γάγγραινα των άκρων περισσότερο παραπέμπουν σε βουβωνική πανώλη παρά σε τυφοειδή πυρετό

Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να γίνουν κάποιες διευκρινήσεις. Στην περιγραφή του Θουκυδίδη όντως γίνεται αναφορά στην εμφάνιση εξανθήματος. Όμως δεν φαίνεται να υπάρχει καμία σχέση ή ταύτιση μεταξύ του φλυκταινώδους εξανθήματος του λοιμού της Αθήνας και του αραιού, ερυθρού, κυλιδώδους, στην περιοχή του θώρακα εξανθήματος του τυφοειδούς πυρετού, όπως αυτός περιγράφεται στην διεθνή βιβλιογραφία. Επίσης, η θόλωση της διάνοιας, που αποτελεί βασικό σύμπτωμα του τυφοειδούς πυρετού, θα μπορούσε να ταυτίζεται με κάποια σημεία της περιγραφής του Θουκυδίδη και συγκεκριμένα με τα ακόλουθα….

[2.49.8 Άλλοι πάλιν, ευθύς μετά την θεραπείαν, επάθαιναν γενικήν αμνησίαν και δεν ανεγνώριζαν ούτε εαυτούς, ούτε τους οικείους των.]

….αλλά και με κάποια άλλα αποσπάσματα του αρχαίου κειμένου σύμφωνα με τα οποία ο λοιμός προκάλεσε μια γενικευμένη αναταραχή στην Αθήνα και οδήγησε τους Αθηναίους σε ακραίες συμπεριφορές που δεν ταίριαζαν με την παιδεία και την καλλιέργεια που χαρακτήριζαν την Αθηναϊκή Δημοκρατία.

[2.53.1-2.53.4  Αλλ' η νόσος εισήγαγε προσέτι και άλλας χειροτέρας μορφάς ανομίας εις την πόλιν. Διότι πολλοί, οι οποίοι προηγουμένως απέκρυπταν την επίδοσίν των εις αθεμίτους ηδονάς, παρεδίδοντο ήδη εις αυτάς χωρίς καμμίαν επιφύλαξιν, καθόσον … χαρούν οπωσδήποτε την ζωήν των.]

Γενικά όμως, η προοδευτική έναρξη του τυφοειδούς πυρετού, η εμφανιζόμενη θόλωση της διάνοιας, η εμφάνιση της τυφικής ροδάνθης κατά την 9η ημέρα και η έλευση του θανάτου κατά την 3η ή την 4η εβδομάδα αρκούν κατά πολλούς ερευνητές για να απορριφθεί αυτή η διάγνωση.1

[2.48.1 Η νόσος ήρχισε το πρώτον, ως λέγεται, από την νοτίως της Αιγύπτου κειμένην Αιθιοπίαν, από όπου κατέβη έπειτα εις την Αίγυπτον και την Λιβύην και επεξετάθη εις το πλείστον μέρος της Περσικής αυτοκρατορίας.]


Ωστόσο, τα δεδομένα ανατράπηκαν μετά την ερευνητική μελέτη της Οδοντιατρικής Σχολής Αθηνών σε συνεργασία με την 3η  Εφορεία Αρχαιοτήτων σε ταφικά ευρήματα που ανακαλυφθήκαν στην περιοχή του Αρχαίου Νεκροταφείου της Αθήνας. Με την εφαρμογή σύγχρονων εργαστηριακών μεθόδων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κάτω από αυστηρά άσηπτες συνθήκες, στα εργαστήρια της Μοριακής Νευροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από την ερευνητική ομάδα του Αναπληρωτή Καθηγητή Ορθοδοντικής κ. Μανώλη Παπαγρηγοράκη διαπιστώθηκε αρχικά η ύπαρξη μικροβιακού DNA στον πολφικό ιστό των δοντιών που βρέθηκαν στους αρχαίους τάφους.

Η επιστημονική τεκμηρίωση της αιτίας του λοιμού της Αθήνας εξασφαλίσθηκε από το υλικό αρχαιολογικής ανασκαφής της περιόδου 1994 - 1995, που πραγματοποιήθηκε υπό την εποπτεία της αρχαιολόγου κ. Εφης Μπαζιοτοπούλου - Βαλαβάνη και την ευθύνη της 3ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, στην περιοχή του αρχαίου νεκροταφείου της Αθήνας, στον Κεραμικό.

Με βάση τα ευρήματα αυτά, ομάδα Ελλήνων διατύπωσε τη θεωρία ότι πρόκειται για θύματα του λοιμού της Αθήνας και αποφάσισε να προχωρήσει σε εργαστηριακή μελέτη του σκελετικού υλικού, με σκοπό την ταυτοποίηση του μικροβιακού παράγοντα που προκάλεσε τον θάνατό τους.

Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δημοσιεύτηκαν στην Ιατρική Επιθεώρηση International Journal of Infectious Diseases με τον ακριβή τίτλο «DNA examination of ancient dental pulp incriminates typhoid fever as a probable cause of the Plague of Athens». Στην ομάδα των συγγραφέων συμμετείχαν εκτός από τον συντονιστή Μ.Παπαγρηγοράκη, ο γενετιστής κ. Χρήστος Γιαπιτζάκης, ο ορθοδοντικός κ. Φίλιππος Συνοδινός και η αρχαιολόγος κ. Εφη Μπαζιοτοπούλου-Βαλαβάνη.

Στη μελέτη που πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιήθηκαν δόντια από τρεις διαφορετικούς σκελετούς από τον ομαδικό τάφο του Κεραμικού. Η επιλογή του υλικού αυτού έγινε επειδή έχει αποδειχθεί ότι μετά τον θάνατο τα δόντια διατηρούνται ακέραια για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρώντας το περιεχόμενό τους στεγανό και ανεπηρέαστο από εξωτερικές επιμολύνσεις. Επιπλέον. ο οδοντικός πολφός έχει μεγάλη πιθανότητα να περιέχει κάποιο μικρόβιο που υπήρχε στην κυκλοφορία. γιατί είναι ένας αγγειοβριθής ιστός.

Συνεπώς, η ανάλυση του DNA του πολφού δοντιών μπορεί να οδηγήσει σε αναδρομική διάγνωση, ακόμα και αρχαίων μολυσματικών ασθενειών, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύονταν από μικροβιαιμία.

Στις περιπτώσεις αυτές ο μικροβιακός παράγοντας που κυκλοφορεί στο αίμα, άρα και στο εσωτερικό του δοντιού, μετά την νέκρωσή του παγιδεύεται εκεί, όπου και μουμιοποιείται.

Στη συνέχεια, το μικροβιακό DNA διαχωρίστηκε από το ανθρώπινο και υποβλήθηκε σε διαδοχικές δοκιμασίες για την ταυτοποίησή του, μεταξύ των υποψηφίων μικροβίων, που έχουν συσχετισθεί αιτιολογικά στο παρελθόν με τον λοιμό της Αθήνας. Έπειτα από έξι αρνητικές δοκιμασίες, που αντιστοιχούσαν σε έξι υποψήφια μικρόβια, παρατηρήθηκε θετική αντίδραση που αντιστοιχούσε στον μικροβιακό παράγοντα Salmonella enterica serovar Typhi.Το μικρόβιο αυτό είναι υπεύθυνο για την εκδήλωση του τυφοειδούς πυρετού. Η αντιστοιχία των γονιδίων που διερευνήθηκαν στο αρχαίο DNA σε σχέση με τις γνωστές αλληλουχίες της σύγχρονης μορφής του μικροβίου έφθασε το 96%. Έτσι σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα  «Ως αποτέλεσμα, θεωρείται δεδομένο ότι ο τυφοειδής πυρετός συμμετείχε στην αιτιολογία του λοιμού της Αθήνας, είτε αποκλειστικά είτε σε συνδυασμό με κάποιον άλλο, προς το παρόν άγνωστο, λοιμογόνο παράγοντα.».

Ορισμένα άλλα σημεία, στα οποία η σύγχρονη μορφή του τυφοειδούς πυρετού διαφέρει από τις αναφορές του λοιμού από τον Θουκυδίδη, αποτελούν μία ακόμη πρόκληση για την ομάδα των Ελλήνων ερευνητών για τη διατύπωση υποθέσεων που θα διερευνηθούν σε περαιτέρω έρευνες.» H μη απόλυτη σύμπτωση της περιγραφής του αθηναϊκού λοιμού με την κλινική εικόνα στον τυφοειδή πυρετό, λογικά, μπορεί να οφείλεται επίσης:
  • Στην αδυναμία του Θουκυδίδη να αποδώσει με απόλυτη πιστότητα τα συμπτώματα.. Aν και έχει προσωπική αντίληψη και αντλεί τις πληροφορίες του από θύματα του λοιμού, γράφει για την αρρώστια είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την εκδήλωσή της. Eπιπλέον, αν και κατέχει αποδεδειγμένα γνώσεις της παλιότερης και σύγχρονης ιπποκρατικής ιατρικής,δεν είναι γιατρός.
  • Σε κάποια μετάλλαξη του μικροβίου. Πλην, όμως, το υψηλότατο ποσοστό ταύτισης του αρχαίου και σημερινού καθιστά την περίπτωση μάλλον απίθανη.
  • Σε συνδυασμό του τυφοειδούς πυρετού με κάποια άλλη μικροβιακή αιτία όπως και οι ερευνητές της παραπάνω εργασίας προτείνουν. O ίδιος ο Θουκυδίδης, μάλιστα, συνδέει τη νόσο και με άλλες, σημειώνοντας: «Eάν όμως κανείς υπέφερε προηγουμένως από κάποια άλλη ασθένεια, όλες κατέληγαν σ' αυτή...».O ιστορικός παρέδωσε την περιγραφή της επιδημίας με τη διευκρίνιση: «Aφήνω στον καθένα, γιατρό ή αδαή, να εξηγήσει κατά τα όσα ξέρει από πού ήρθε και ποια ήταν η αιτία της λοιμικής που προκαλούσε τέτοια αναταραχή στον οργανισμό...».

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι αντιφάσεις στα συμπτώματα μάλλον οφείλονται στην πιθανή εξέλιξη και διαφοροποίηση της ασθένειας με το πέρασμα του χρόνου.


ΚΟΙΛΙΑΚΟΣ ΤΥΦΟΣ

Παράλληλα με την ερμηνεία του τυφοειδούς πυρετού προτάθηκε και η ερμηνεία του κοιλιακού τύφου για τον λοιμό του Θουκυδίδη. Ας επισημανθεί ότι η συγκεκριμένη ασθένεια, η οποία αναφέρεται και ως τύφος κοινώς σήμερα, χωρίς να γίνονται άλλες διακρίσεις, διαφέρει σαφώς στην αιτιολογία και συμπτωματολογία από άλλες τυφοειδείς νόσους Διάφορες ασθένειες αποκαλούμενες «τύφος- typhus» υπάρχουν, και όλες τους προκαλούνται από ένα από τα Gram-negative βακτηρίδια της  οικογένειας Rickettsiae. Κάθε ασθένεια εμφανίζεται όταν περνούν τα βακτηρίδια σε έναν άνθρωπο μέσω της επαφής με ένα μολυσμένο έντομο. Υπάρχουν  τέσσερις κύριοι τύποι της ασθένειας:  Epidemic typhus, Brill-Zinsser disease, Endemic ή murine typhus, Scrub typhus.

Αυτές οι ασθένειες είναι όλες κάπως παρόμοιες, αν και ποικίλλουν από την άποψη της δριμύτητας. Ο συγκεκριμένος τύπος Rickettsia που προκαλεί την ασθένεια ποικίλλει επίσης, όπως το συγκεκριμένο έντομο που μπορεί να περάσει τα βακτηρίδια  στον άνθρωπο. Ο  Epidemic typhus προκαλείται από Rickettsia Prowazekii, η οποία φέρεται από τις ψείρες σώματος.  Οι ψείρες σώματος είναι κοινές στις περιοχές όπου οι άνθρωποι ζουν κάτω από επιβαρυμένες και μη υγιεινές συνθήκες  με λίγες ευκαιρίες να πλυθούν οι ίδιοι ή να πλύνουν τον ιματισμό τους. Λόγω αυτού του γεγονότος, αυτή η μορφή typhus εμφανίζεται ταυτόχρονα στους μεγάλους αριθμούς ατόμων που ζουν εντός της ίδιας κοινότητας. Αυτός ο τύπος typhus εμφανίζεται όταν επικρατούν  ο κρύος καιρός, η ένδεια, ο πόλεμος, και άλλες καταστροφές στις στενές συνθήκες διαβίωσης, πoυ ενθαρρύνουν τη συντήρηση ενός πληθυσμού των ψειρών που ζει μεταξύ των ανθρώπων.Οι προαναφερθείσες συνθήκες, στις οποίες ευδοκιμούν οι ψείρες σώματος, λίγο έως πολύ επικρατούσαν στην αρχαία Αθήνα την εποχή που εξαπλώθηκε ο λοιμός και δεν αποκλείεται μια ξαφνική αύξηση του αριθμού τους να προκάλεσε τοn λοιμό .

Οι τέσσερεις τύποι typhus προκαλούν παρόμοιους τύπους ασθενειών, που εν τούτοις ποικίλουν στη δριμύτητα. Ο Epidemic typhus προκαλεί πυρετό, πονοκέφαλο, αδυναμία, και πόνους μυών. Προκαλεί επίσης μια αναφυλαξία, η οποία ξεκινά από την πλάτη, το στήθος, και την κοιλία και εξαπλώνεται στη συνέχεια στα χέρια και τα πόδια. Οι χειρότεροι τύποι περιπλοκών περιλαμβάνουν τη διόγκωση στον καρδιακό μύ ή τον εγκέφαλο  (εγκεφαλίτιδα). Χωρίς κατάλληλη αντιμετώπιση, αυτός ο τύπος typhus μπορεί να είναι μοιραίος.

Η συμπτωματολογία των τεσσάρων τύπων typhus που αναφέρθηκαν παρουσιάζει σε κάποιο βαθμό ταύτιση με την περιγραφή του Θουκυδίδη χωρίς, ωστόσο, να είμαστε σε θέση να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα.


ΙΟΙ ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΚΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι μελετητές των έργων του Θουκυδίδη, αλλά και επιστήμονες ιατροί επιχειρούν να ερμηνεύσουν τον φοβερό λοιμό που έπληξε την Αθήνα κατά τη διάρκεια της πολιορκίας το 430 π.Χ.. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης περιγράφοντας την επιδημία διευκρινίζει: «Καθείς δε, είτε ιατρός , είτε άπειρος την ιατρικής ,ημπορεί , αναλόγως της ατομικής του κρίσεως , να ομιλή περί της πιθανής προελεύσεώς της και περί των αιτίων, τα οποία νομίζει ικανά να επιφέρουν τοιαύτην διατάραξιν των υγιεινών συνθηκών.»1

Μία από τις πιο πρόσφατες ιατρικές ερμηνείες που παρατέθηκαν στη διεθνή βιβλιογραφία για τα αίτια του λοιμού της Αθήνας είναι ότι η επιδημία των Αθηνών οφείλεται σε έναν ιό τον ιό Εbola (Ebola HF). Η ιδέα αυτή προέρχεται από τον επιδημιολόγο Patrick Olson του ναυτικού ιατρικού κέντρου του Σαν Ντιέγκο (Naval Medical Center in San Diego) ο οποίος είχε εξετάσει το θέμα όχι μόνο με συναδέλφους του επιδημιολόγους αλλά και με ένα συνάδελφό του κλασικιστή.2

Η μυστηριώδης ασθένεια η οποία δεν είχε παρουσιαστεί έως τότε και την οποία ο Θουκυδίδης περιγράφει εκτενώς 3 φαίνεται να ξεκίνησε από την περιοχή της Αιθιοπίας.

[2.48.1] ἤρξατο δὲ τὸ μὲν πρῶτον, ὡς λέγεται, ἐξ Αἰθιοπίας τῆς

ὑπὲρ Αἰγύπτου, ἔπειτα δὲ καὶ ἐς Αἴγυπτον καὶ Λιβύην

κατέβη καὶ ἐς τὴν βασιλέως γῆν τὴν πολλήν.



Χαρακτηριζόταν μεταξύ άλλων από υψηλό πυρετό, τέτοιο που ο πάσχων δεν επιδεχόταν ούτε ελάχιστο ρουχισμό , έντονο αίσθημα καύσους που δεν ήταν υποφερτό, ενώ επεκτεινόταν σε ολόκληρο τον οργανισμό προσβάλλοντας το γαστρεντερικό σύστημα με χαρακτηριστικά συμπτώματα όπως χολικές εμετικές κενώσεις , έντονες διαρροϊκές κενώσεις και εντερικό έλκος. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ότι νοσούσαν όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και τα υπόλοιπα θηλαστικά  όπως π.χ. οι σκύλοι. Οι περισσότεροι πάσχοντες πέθαιναν την έβδομη ή την ένατη μέρα εξαιτίας του υψηλού πυρετού. Σε προχωρημένα στάδια η ασθένεια πρόσβαλλε τα γεννητικά όργανα των πασχόντων αλλά και τα άκρα των χεριών και των ποδιών. Πολλοί απ’ αυτούς που διασώθηκαν είχαν χάσει κάποια από τα δάκτυλά τους ενώ σε κάποιους προσβαλλόταν ανεπανόρθωτα και η όρασή τους.

Από τη σύγκριση, η οποία πραγματοποιήθηκε από τους ερευνητές, ένας σύγχρονος καθορισμός της περίπτωσης της μόλυνσης από τον ιό Εbola σημειώνει την ξαφνική έναρξη των συμπτωμάτων , τον πυρετό, τον πονοκέφαλο και την φαρυγγίτιδα που ακολουθείται από τον βήχα, τον εμετό, τη διάρροια, την δερματική αναφυλαξία και την έντονη αιμορραγική διάθεση. Προκαλεί αιμορραγικό πυρετό σε ανθρώπους και πρωτεύοντα θηλαστικά (πίθηκους, γορίλες και χιμπατζήδες). Αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά το 1976 μ’ ένα ξέσπασμα που έλαβε χώρα σε ιεραποστολικό νοσοκομείο του Ζαΐρ. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία. Επειδή ο φυσικός φορέας της νόσου είναι κάποιο άγνωστο ζώο, δεν μπορεί να προληφθεί η μετάδοση στους ανθρώπους. Ο ιός μεταδίδεται από το αίμα και τις απεκκρίσεις ενός ανθρώπου που μολύνθηκε. Στα νοσοκομεία μπορεί να μεταδοθεί με μολυσμένα εργαλεία και γι’ αυτό απαιτείται επίπεδο βιοασφάλειας BSL-4. Η περίοδος επώασης του ιού Ebola κυμαίνεται από 2-21 μέρες. Στο τελικό στάδιο τα μάτια των ασθενών κοκκινίζουν και ο θάνατος προέρχεται από ακατάσχετη εσωτερική αιμορραγία.

Τα συμπτώματα που προαναφέρθηκαν ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με την ιστορική περιγραφή του Θουκυδίδη ενώ και για την μόλυνση από τον ιό Ebola αλλά και για την ασθένεια της Αθήνας το ποσοστό θνητότητας είναι εντυπωσιακά μεγάλο. (Αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο του Θουκυδίδη ότι το 1/3 των κατοίκων της Αθήνας βρήκε το θάνατο από το φοβερό λοιμό).                                                                    

Η ασθένεια όπως αναφέρεται στο Θουκυδίδη μεταδιδόταν από τον πάσχοντα σε αυτούς που τον φρόντιζαν οι οποίοι και νοσούσαν αμέσως.

Αλλά και σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα η ασθένεια μεταξύ των προμηθευτών υγειονομικής περίθαλψης και των υπευθύνων υγείας του ασθενούς είναι ένα προεξέχον χαρακτηριστικό γνώρισμα.4,5  Σε μια αναθεώρηση του ξεσπάσματος του ιού Ebola toy 1995 στο Ζαΐρ τα κέντρα για τον έλεγχο και την πρόληψη ασθενειών αναφέρουν ότι τα συχνότερα αρχικά συμπτώματα ήταν πυρετός (94%), διάρροια (80%) και σοβαρή αδυναμία (74%) με δυσφαγία και κλινικά συμπτώματα αιμορραγίας να είναι επίσης παρόντα. Συμπτωματικός λόξιγκας παρατηρήθηκε επιπλέον σε περίπου 15% των περιπτώσεων.

Κατά τη διάρκεια του λοιμού της Αθήνας ο Θουκυδίδης είχε κάνει πιθανότατα την ίδια ασυνήθιστη κλινική παρατήρηση, δηλαδή ότι ο λόξιγκας ήταν ένα από τα συμπτώματα της ασυνήθιστης ασθένειας. Στα λεπτομερή σχόλιά του πάνω στο κείμενο του Θουκυδίδη ο κλασικιστής D.L.Page 6 αναφέρει: «Hiccoughs is misleading ,unless it is enlarged to include retching» υποδεικνύοντας ότι, αν και δεν αποτυπώνεται μα σαφήνεια στο αρχαίο κείμενο, η ακριβής φυσιολογία αυτού του συμπτώματος παραπέμπει στο σύμπτωμα που αποκαλούμε «λόξιγκα». Και πράγματι το αρχαίο κείμενο δεν είναι και ιδιαίτερα διαφωτιστικό στο σημείο αυτό.

Σαν πιο πιθανή εστία του ιού που αργότερα επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Αρχαία Αθήνα θεωρείται το πολυσύχναστο ναυτικό και εμπορικό κέντρο ,το λιμάνι του Πειραιά, 7  το οποίο αποτελούσε κέντρο συναλλαγής των Αθηναίων με πολλές περιοχές της Μεσογείου και των παραλίων της  Αφρικής που αποτελούν κέντρο του ιού Ebola σήμερα. Επίσης, υποδηλωτική είναι η παρουσία στο νησί Σαντορίνη στις Κυκλάδες μιας Μινωικής νωπογραφίας που παρουσιάζει πράσινους πιθήκους , ένα είδος που είναι γνωστό να ελλιμενίζει τον ιό.                                            

Ως πιθανό αίτιο του λοιμού των Αθηνών θα μπορούσε να θεωρηθεί και ένας άλλος ιός ,ο ιός του Μάρμπουγκ, ο οποίος μαζί με τον ιό Ebola ανήκουν στους ιούς που προκαλούν αιμορραγικό πυρετό.


ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΙΛΑΡΑΣ


Συμπτώματα κατά Θουκυδίδη:
  • αφού ήρχιζεν από την κεφαλήν, όπου το πρώτον εγκαθίστατο
  • και φλόγωσιν των οφθαλμών
  • μετ' ολίγον το κακόν κατέβαινεν εις το στήθος, συνοδευόμενον από ισχυρόν βήχα
  • ισχυρόν πυρετόν
  • Εσωτερικώς όμως εθερμαίνετο τόσον πολύ ώστε οι ασθενείς δεν ηνείχοντο ούτε ελαφρότατα ενδύματα ή σινδόνια, και επέμεναν να είναι γυμνοί, και μεγίστην ησθάνοντο ευχαρίστησιν, αν ημπορούσαν να ριφθούν εντός ψυχρού ύδατος
  • και το εσωτερικόν του στόματος, ο φάρυγξ και η γλώσσα εγένοντο ευθύς αιματώδη
  • Το σώμα εξωτερικώς δεν παρουσιάζετο πολύ θερμόν εις την αφήν, ούτε ήτο ωχρόν, αλλ' υπέρυθρον, πελιδνόν, έχον εξανθήματα μικρών φλυκταινών και ελκών
  • προσέβαλλε τα άκρα, όπου άφινε τα ίχνη του. Καθόσον το νόσημα προσέβαλλε και τα αιδοία και τα άκρα των χειρών και ποδών
  • ώστε ή απέθνησκαν οι πλείστοι την εβδόμην ή ενάτην ημέραν εκ του εσωτερικού πυρετού

Επιπλοκές κατά Θουκυδίδη:
  • η νόσος κατήρχετο περαιτέρω εις την κοιλίαν και επροκάλει ισχυράν έλκωσιν, και συγχρόνως επήρχετο ισχυρά διάρροια
  • Άλλοι πάλιν, ευθύς μετά την θεραπείαν, επάθαιναν γενικήν αμνησίαν και δεν ανεγνώριζαν ούτε εαυτούς, ούτε τους οικείους των
  • Όσοι, εξ άλλου, ήσαν ως τότε υγιείς, χωρίς καμμίαν φανεράν αιτίαν προσεβάλλοντο αιφνιδίως από πονοκέφαλον

Μετάδοση κατά Θουκυδίδη:
  • Αλλά την εκ της νόσου ταλαιπωρίαν επηύξησεν η συγκέντρωσις του πληθυσμού της υπαίθρου χώρας εντός της πόλεως
  • Διότι δια την έλλειψιν οικιών ηναγκάζοντο να ζουν εντός παραπηγμάτων πνιγηρών ως εκ του θέρους, και οι θάνατοι επήρχοντο εν τω μέσω μεγάλης αταξίας
  • η νόσος εισήγαγε προσέτι και άλλας χειροτέρας μορφάς ανομίας εις την πόλιν. Διότι πολλοί, οι οποίοι προηγουμένως απέκρυπταν την επίδοσίν των εις αθεμίτους ηδονάς, παρεδίδοντο ήδη εις αυτάς χωρίς καμμίαν επιφύλαξιν
  • Το βέβαιον είναι ότι η νόσος ήρχισεν ευθύς μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων, και εις μεν την Πελοπόννησον δεν επεξετάθη, τουλάχιστον εις βαθμόν άξιον λόγου
Τι είναι ιλαρά;

Η ιλαρά (επίσης γνωστή ως rubeola και “δέκα ημερών”, “σκληρή” και “κόκκινη” ιλαρά) είναι μια σοβαρή ασθένεια που προκαλεί τον πυρετό, την αναφυλαξία, και άλλες περιπλοκές. Η ιλαρά προκαλείται από έναν ιό και διαδίδεται πολύ εύκολα από άνθρωπο σε άνθρωπο. Δεν ταυτίζεται η ασθένεια με την ερυθρά που καλείται μερικές φορές ‘γερμανική’ ή ‘τριών ημερών’ ιλαρά.

Ποια είναι τα συμπτώματα;
  • Τα συμπτώματα αρχίζουν περίπου 10 ημέρες από την έκθεση και η ασθένεια διαρκεί από 1 έως 2 εβδομάδες.
  • Η ασθένεια αρχίζει με καταρροή, υδατώδη κόκκινα μάτια, βήχα, και υψηλό πυρετό.
  • Στις πρώτες-πρώτες ημέρες  μικροσκοπικά άσπρα σημεία εμφανίζονται στο στόμα.
  • Μετά από 2 έως 4 ημέρες αυξημένη, κόκκινη αναφυλαξία αρχίζει στο πρόσωπο και διαδίδεται στο σώμα, στους βουβώνες και τα πόδια. Η αναφυλαξία διαρκεί συνήθως 4 έως 7 ημέρες και εμφανίζεται περίπου 14 ημέρες μετά από την έκθεση.
  • Οι άνθρωποι με ιλαρά είναι μεταδοτικοί για 4 ημέρες αφότου αρχίζει η αναφυλαξία. Πιθανές επιπλοκές
  • Η ιλαρά μπορεί να οδηγήσει σε μολύνσεις, διάρροια, πνευμονία, και εγκεφαλίτιδα αυτιών (ανάφλεξη του εγκεφάλου που μπορεί να οδηγήσει σε σπασμούς, κώφωση, ή διανοητική καθυστέρηση) και σπάνια θάνατος.
  • Η ιλαρά μπορεί να προκαλέσει  αποβολές ή  πρόωρο τοκετό στις έγκυες γυναίκες.

Πώς μεταδίδεται;
  • Ο ιός μπορεί να βρεθεί στα σταγονίδια και τις εκκρίσεις από τη μύτη και τον λαιμό ενός ασθενή με ιλαρά και να μολύνει τα αντικείμενα που μπορούν να αγγίξουν υγιείς.
  • Ο ιός ιλαράς μπορεί επίσης να διαδοθεί μέσω της αναπνοής του αέρα όπου ένα μολυσμένο άτομο ήταν (μέχρι και 2 ώρες αφότου το μολυσμένο πρόσωπο ήταν παρόν).

Ιστορία της ιλαράς

Οι αναφορές στην ιλαρά μπορούν να βρεθούν μέχρι τον 7ο αι.Μ.Χ. Στην πραγματικότητα, η ασθένεια περιγράφηκε από τον Rhazes στο 10ο αιώνα Μ.Χ. όπως "φοβάται από την ευλογιά." Αλλά όλα αυτά άλλαξαν το 1963 όταν χορηγήθηκε άδεια για το εμβόλιο ιλαράς στις ΗΠΑ

Ξεσπάσματα ιλαράς τα τελευταία χρόνια  

Εξάρσεις της ιλαράς από το 1993 έχουν εμφανιστεί στους πληθυσμούς που αρνούνται τον εμβολιασμό, συμπεριλαμβανομένων των κοινοτήτων στο Utah και τη Νεβάδα και τα χριστιανικά σχολεία στο Μισσούρι και το Ιλλινόις. Τα μικρότερα ξεσπάσματα αναφέρθηκαν σε εμβολιασμένους προσχολικούς και σχολικούς πληθυσμούς, σε σπουδαστών κολλεγίων και στις ενήλικες κοινότητες. Τα ξεσπάσματα αυτά ήταν πολύ μικρότερα από εκείνα που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 1989-1991. Τα τελευταία χρόνια τα ξεσπάσματα της ιλαράς είναι μικρά (λιγότερο από 50 περιπτώσεις) και έχουν παρατηρηθεί κυρίως στο γυμνάσιο και σε σπουδαστές κολλεγίων που έχουν λάβει μόνο μια δόση της ιλαράς.

Πηγή περιπτώσεων ιλαράς

Τον Μάρτιο του 2000, μια ομάδα ειδικών συμβούλων που συγκλήθηκε από το CDC κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ιλαρά δεν είναι πλέον ενδημική στις ΗΠΑ Μάλλον, όλες οι περιπτώσεις στις ΗΠΑ εμφανίζονται να είναι το αποτέλεσμα των μεταναστών. Αυτό σημαίνει ότι οι μόνες υποθέσεις ιλαράς που βλέπουμε στις ΗΠΑ σήμερα έχουν εισαχθεί από άλλες χώρες, συνήθως Ευρώπη και Ασία. Χάρη σε ένα επιθετικό πρόγραμμα εμβολιασμού ιλαράς από την Παναμερικανική Οργάνωση Υγείας, ο ιός της ιλαράς είναι τώρα σε πολύ χαμηλά επίπεδα στη λατινική Αμερική και τις Καραϊβικές Θάλασσες. Η αποβολή ιλαράς από την Αμερική εμφανίζεται να είναι ένας επιτεύξιμος στόχος.

Συσχέτιση

Αυτή η νόσος προτάθηκε από Shreww-bury5 (και πιο πρόσφατα από τον Cunha), ο οποίος υποθέτει ότι η άφιξη αυτού του ιού σ΄ ένα πληθυσμό εξασθενημένο μπορεί να προκαλέσει θνητότητα άνω του 50%, πράγμα που όμως δεν έχει ακόμη αποδειχθεί. Πάντως, αν και οι συνθήκες υγιεινής των Αθηναίων δεν ήταν ικανοποιητικές, η διατροφή τους και γενική κατάσταση της υγείας τους ήταν καλή, διότι ο έλεγχος των θαλασσών που διασφάλιζε η υπεροχή του Αθηναικού στόλου, η ασφάλεια του λιμανιού του Πειραιά και το πλούσιο δημόσιο θησαυροφυλάκιο (11. 13) επέτρεπαν τον ανεμπόδιστο ανεφοδιασμό της πόλης με τρόφιμα.

Το χαρακτηριστικό εξάνθημα της νόσου δεν περιγράφεται, η γάγγραινα των άκρων και η υψηλή θνητότητα της νόσου κατά την 7η-9η ημέρα δεν αποτελούν σύμπτωμα καμίας κλινικής μορφής της νόσου αυτής.

Τέλος, αν ο ιός της ιλαράς ήταν όντως υπαίτιος της επιδημίας, η νόσος θα είχε εγκατασταθεί οριστικά στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου και θα αναφερόταν από τους ιπποκρατικούς ιατρούς, όπως αναφέρεται την ίδια εποχή η παρωτίτιδα( 9,σελ. 478).


ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΟΣΤΡΑΚΙΑΣ

childΣυμπτώματα κατά Θουκυδίδη
  • αφού ήρχιζεν από την κεφαλήν, όπου το πρώτον εγκαθίστατο
  • και φλόγωσιν των οφθαλμών
  • μετ' ολίγον το κακόν κατέβαινεν εις το στήθος, συνοδευόμενον από ισχυρόν βήχα
  • ισχυρόν πυρετόν
  • Εσωτερικώς όμως εθερμαίνετο τόσον πολύ ώστε οι ασθενείς δεν ηνείχοντο ούτε ελαφρότατα ενδύματα ή σινδόνια, και επέμεναν να είναι γυμνοί, και μεγίστην ησθάνοντο ευχαρίστησιν, αν ημπορούσαν να ριφθούν εντός ψυχρού ύδατος
  • και το εσωτερικόν του στόματος, ο φάρυγξ και η γλώσσα εγένοντο ευθύς αιματώδη
  • Το σώμα εξωτερικώς δεν παρουσιάζετο πολύ θερμόν εις την αφήν, ούτε ήτο ωχρόν, αλλ' υπέρυθρον, πελιδνόν, έχον εξανθήματα μικρών φλυκταινών και ελκών
  • προσέβαλλε τα άκρα, όπου άφινε τα ίχνη του. Καθόσον το νόσημα προσέβαλλε και τα αιδοία και τα άκρα των χειρών και ποδών
  • ώστε ή απέθνησκαν οι πλείστοι την εβδόμην ή ενάτην ημέραν εκ του εσωτερικού πυρετού

Επιπλοκές κατά Θουκυδίδη
  • η νόσος κατήρχετο περαιτέρω εις την κοιλίαν και επροκάλει ισχυράν έλκωσιν, και συγχρόνως επήρχετο ισχυρά διάρροια
  • Άλλοι πάλιν, ευθύς μετά την θεραπείαν, επάθαιναν γενικήν αμνησίαν και δεν ανεγνώριζαν ούτε εαυτούς, ούτε τους οικείους των
  • Όσοι, εξ άλλου, ήσαν ως τότε υγιείς, χωρίς καμμίαν φανεράν αιτίαν προσεβάλλοντο αιφνιδίως από πονοκέφαλον

Μετάδοση κατά Θουκυδίδη
  • Αλλά την εκ της νόσου ταλαιπωρίαν επηύξησεν η συγκέντρωσις του πληθυσμού της υπαίθρου χώρας εντός της πόλεως
  • Διότι δια την έλλειψιν οικιών ηναγκάζοντο να ζουν εντός παραπηγμάτων πνιγηρών ως εκ του θέρους, και οι θάνατοι επήρχοντο εν τω μέσω μεγάλης αταξίας
  • η νόσος εισήγαγε προσέτι και άλλας χειροτέρας μορφάς ανομίας εις την πόλιν. Διότι πολλοί, οι οποίοι προηγουμένως απέκρυπταν την επίδοσίν των εις αθεμίτους ηδονάς, παρεδίδοντο ήδη εις αυτάς χωρίς καμμίαν επιφύλαξιν
  • Το βέβαιον είναι ότι η νόσος ήρχισεν ευθύς μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων, και εις μεν την Πελοπόννησον δεν επεξετάθη, τουλάχιστον εις βαθμόν άξιον λόγου

Τι είναι η οστρακιά;

Οφείλεται σε ένα μικρόβιο που λέγεται β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος. Το μικρόβιο αυτό παράγει μια ουσία (τοξίνη) που προκαλεί το χαρακτηριστικό εξάνθημα στα ευαίσθητα άτομα. Δεν αναπτύσσουν όλοι οι άνθρωποι οστρακιά αλλά ούτε και όλοι οι στρεπτόκοκκοι μπορεί να προκαλέσουν οστρακιά. Μπορεί δυο αδέλφια να μολυνθούν από τον ίδιο στρεπτόκοκκο, το ένα να εμφανίσει οστρακιά και το άλλο όχι.

Ποια είναι τα συμπτώματα;

Ο άρρωστος μπορεί να παρουσιάσει πυρετό, πόνο στην κοιλιά, εμετούς ή πονόλαιμο. Το εξάνθημα εμφανίζεται δυο μέρες μετά, ξεκινά από το λαιμό και το πρόσωπο και αφήνει ανεπηρέαστη την περιοχή γύρω από το στόμα. Επίσης κάνει πρώτα την παρουσία του κάτω από τις μασχάλες και στους βουβώνες. Στη συνέχεια επεκτείνεται σε όλο το σώμα. Το εξάνθημα αποτελείται από μικρές κόκκινες κηλίδες που δίνουν την εντύπωση του βελούδου και εξαφανίζεται αν το πιέσετε με το χέρι σας. Γύρω από τις αρθρώσεις μπορεί να παρατηρήσετε κόκκινες γραμμές, που λέγονται σημείο Pastia. Το εξάνθημα διαρκεί 4-5 μέρες και σταδιακά εξαφανίζεται ξεφλουδίζοντας το δέρμα. Η γλώσσα του παιδιού στην αρχή είναι άσπρη ,στη συνέχεια γίνεται κατακόκκινη και η επιφάνειά της μοιάζει με την επιφάνεια της φράουλας,γι΄ αυτό και λέγεται μοροειδής γλώσσα. Οι αμυγδαλές του παιδιού είναι κόκκινες και καλυμμένες με πύο. Επίσης οι αδένες στο λαιμό μπορεί να είναι διογκωμένοι.

Χρόνος επώασης  

Ο χρόνος που χρειάζεται για να εκδηλώσει την αρρώστια ένα παιδί που ήρθε σε επαφή με το μικρόβιο είναι 2-7 μέρες.

Πόσο διαρκεί η αρρώστια;  

Ο πυρετός συνήθως υποχωρεί σε 3-4 μέρες και το εξάνθημα σε 5-6 μέρες. Με την υποχώρηση του εξανθήματος όμως ξεκινά το ξεφλούδισμα του δέρματος που μπορεί να διαρκέσει μέχρι και δέκα μέρες.

Πώς μεταδίδεται;

Ο άρρωστος μεταδίδει το μικρόβιο με τις εκκρίσεις από τη μύτη ή τον λαιμό. Επίσης, μπορεί κάποιος να μολυνθεί αν έρθει σε επαφή με το δέρμα αρρώστου με μολυσματικό κηρίον (μόλυνση του δέρματος από στρεπτόκοκκο) ή αν μοιραστεί μαζί του την ίδια πετσέτα ή άλλα ρούχα.

Πιθανές επιπλοκές
  • Ρευματικός πυρετός (προσβάλλει τις αρθρώσεις και την καρδιά).
  • Απόστημα γύρω από τις αμυγδαλές.


ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΞΑΝΘΗΜΑΤΙΚΟΥ ΤΥΦΟΥ

Συμπτώματα κατά Θουκυδίδη
  • ισχυρόν πυρετόν
  • Εσωτερικώς όμως εθερμαίνετο τόσον πολύ ώστε οι ασθενείς δεν ηνείχοντο ούτε ελαφρότατα ενδύματα ή σινδόνια, και επέμεναν να είναι γυμνοί, και μεγίστην ησθάνοντο ευχαρίστησιν, αν ημπορούσαν να ριφθούν εντός ψυχρού ύδατος
  • αφού ήρχιζεν από την κεφαλήν, όπου το πρώτον εγκαθίστατο
  • μετ' ολίγον το κακόν κατέβαινεν εις το στήθος, συνοδευόμενον από ισχυρόν βήχα
  • προσέβαλλε τα άκρα, όπου άφινε τα ίχνη του. Καθόσον το νόσημα προσέβαλλε και τα αιδοία και τα άκρα των χειρών και ποδών
  • Όσοι, εξ άλλου, ήσαν ως τότε υγιείς, χωρίς καμμίαν φανεράν αιτίαν προσεβάλλοντο αιφνιδίως από πονοκέφαλον

Πυρετός της λόχμης (Εξανθηματικός τύφος οφειλόμενος στην Rickettsia tsutsugamushi)

Παρατηρείται κυρίως σε άτομα που εργάζονται σε θαμνώδεις περιοχές στην νοτιοανατολική Ασία, την Αυστραλία, την Ινδία και τον δυτικό Ειρηνικό. Οι άνθρωποι μολύνονται όταν τσιμπιούνται από μολυσμένα ακάρεα, συνήθως μέσα σε ξέφωτα δασών ή ζούγκλας. Η προσεκτική παρατήρηση του δέρματος θα αποκαλύψει μία ή περισσότερες μικρές μαύρες εφελκίδες στο σημείο του τσιμπήματος. Έπειτα από μια περίοδο επώασης πέντε με δέκα ημερών, εμφανίζονται απότομα:
  • πυρετός και
  • έντονη κεφαλαλγία,
  • μαζί με μυϊκό πόνο,
  • ξερόβηχα και
  • διογκωμένους λεμφαδένες.

Το εξάνθημα της τυπικής νόσου επεκτείνεται:
  • στα χέρια,
  • τους μηρούς και
  • τον κορμό.

Εάν η νόσος δεν αντιμετωπιστεί θεραπευτικά, μπορεί να εκδηλωθούν σοβαρά νευρολογικά συμπτώματα.

Θα πρέπει να ακολουθήσετε προσεκτικά τις γενικές προφυλάξεις από τα έντομα, εφόσον πρόκειται να περπατήσετε μέσα σε ξέφωτα δασών ή ζούγκλες στις προαναφερθείσες περιοχές. Ψεκάστε τα ρούχα σας με περμεθρίνη. Καλύψτε με ενδύματα το εκτεθειμένο δέρμα του σώματός σας και φοράτε παντελόνια περασμένα καλά μέσα στις μπότες σας. Η νόσος αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση αντιβιοτικών.

Συσχέτιση

Τα αρχικά συμπτώματα, αν και όχι τόσο χαρακτηριστικά της νόσου, θα ήταν συμβατά με αυτή τη διάγνωση. Οι νεκρώσεις των άκρων, η πιο χαρακτηριστική εκδήλωση της διάχυτης ενδαγγειακής πήξης στα μικρά κυρίως αγγεία, αναφέρονται μεταξύ των συμπτωμάτων της νόσου, η μετάδοση της οποίας από τις ψείρες του σώματος θα μπορούσε να εξηγήσει τον τύπο της επιδημίας που περιγράφει ο Θουκυδίδης και η οποία έθιγε πρώτα και κατά κύριο λόγο τους πρόσφυγες που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες υγιεινής.   

Επίσης, δεν θα παρέλειπε να αναφέρει την υψηλή συχνότητα εμφάνισης ψυχικών και νευρολογικών προβλημάτων, τα οποία ενίοτε καταλήγουν σε κώμα. Τέλος, η έλευση του θανάτου συμβαίνει αργότερα, κατά την 15η ημέρα, μετά από σταδιακή απώλεια των δυνάμεων και όχι κατά την διάρκεια μιας κρίσης.

Από την άλλη, όμως, πλευρά δεν είναι δυνατόν να θεωρήσουμε ότι διέφυγε από τον Θουκυδίδη το χαρακτηριστικό πετεχειώδες ή ενίοτε και αιμορραγικό εξάνθημα που δίνει και το όνομα του στη νόσο.


ΑΝΘΡΑΚΑΣ

anthracisΟ άνθρακας, μια από τις ασθένειες που έχουν προταθεί ως αιτία του λοιμού των Αθηνών, είναι οξεία λοιμώδης νόσος των προβάτων, αιγών, βοοειδών, ίππων, χοίρων και φυτοφάγων της άγριας ζωής, όπως αντιλόπες και καμήλες και οφείλεται στον Bacillus antracis. Μεταδίδεται και εκδηλώνεται στον άνθρωπο ως δερματική,  σπάνια πνευμονική και σπανιότατη εντερική νόσο, ανάλογα με την πύλη εισόδου και το προσβεβλημένο ανθρώπινο όργανο / σύστημα. Έχει ονομασθεί άνθρακας διότι μπορεί μεταξύ άλλων να προκαλέσει στο δέρμα μαύρες πληγές-εξελκώσεις που έχουν προσομοιαστεί με το κάρβουνο.  

Αν θεωρήσουμε ότι ο άνθρακας είναι η αιτία του λοιμού του Θουκυδίδη, τότε πρόκειται για την αναπνευστική μορφή της νόσου. Ο ασθενής μολύνεται λόγω εισπνοής των σπορίων του βακίλου του άνθρακα. Τα αρχικά συμπτώματα μοιάζουν με αυτά ενός κοινού κρυολογήματος. Μέσα σε λίγες μέρες η κλινική κατάσταση επιδεινώνεται σοβαρά με ανεπάρκεια της αναπνοής και κατάσταση καταπληξίας. Όταν εκδηλωθεί η ασθένεια, είναι πολύ αργά και οι ασθενείς συνήθως πεθαίνουν. Η πνευμονική μορφή του άνθρακα είναι η πιο επικίνδυνη μορφή και οφείλεται στην εισπνοή χιλιάδων σπόρων. Ο χρόνος επώασης είναι 1-60 ημέρες. Αρχικά συμπτώματα είναι ο ερεθισμός στο λαιμό, ήπιος πυρετός και μυαλγίες, αλλά η εξέλιξη της νόσου οδηγεί σε σοβαρή αναπνευστική δυσλειτουργία, σοκ και μηνιγγίτιδα. Η μορφή αυτή εμφανίζει υψηλή θνητότητα. Αν ο πνευμονικός άνθρακας διαγνωσθεί στην πρώτη φάση, μπορεί να αντιμετωπισθεί με αντιβιοτικά.

[2.49.1,2 Όσοι, εξ άλλου, ήσαν ως τότε υγιείς, χωρίς καμμίαν από πονοκέφαλον φανεράν αιτίαν προσεβάλλοντο αιφνιδίως με ισχυρόν πυρετόν … Κατόπιν των φαινομένων αυτών, επηκολούθουν πτερνισμοί και βραχνάδα, και μετ' ολίγον το κακόν κατέβαινεν εις το στήθος, συνοδευόμενον από ισχυρόν βήχα ]

Πέρα από τα συμπτώματα της νόσου στον άνθρωπο, η νόσος του άνθρακα πλήττει κυρίως τα ζώα τα οποία, όπως φαίνεται από τις περιγραφές  του Θουκυδίδη, νόσησαν και αυτά στο λοιμό των Αθηνών:

[2.50 Ο χαρακτήρ τωόντι της νόσου ήτο τοιούτος, ώστε δεν ημπορεί να περιγραφή επαρκώς δια λόγων, και όχι μόνον η σφοδρότης της προσβολής εκάστου κρούσματος υπερέβαινε γενικώς την ανθρωπίνην αντοχήν, αλλά και κατά τούτο απεδείχθη σαφέστατα ότι δεν επρόκειτο δια καμμίαν από τας συνήθεις ανθρωπίνας ασθενείας, καθόσον τα όρνεα και τα τετράποδα, όσα τρώγουν τα ανθρώπινα πτώματα, μολονότι πολλοί νεκροί έμεναν άταφοι, ή δεν επλησίαζαν αυτούς, ή αν έτρωγαν από τα πτώματα, εψοφούσαν. Απόδειξις τούτου είναι η αναμφισβήτητος εξαφάνισις των ορνέων τούτων, τα οποία δεν έβλεπε κανείς ούτε πέριξ των πτωμάτων, ούτε αλλού πουθενά. Ενώ προκειμένου περί των σκύλων, το αποτέλεσμα ήτο ακόμη περισσότερον καταφανές, ως εκ του ότι συμβιούν με τους ανθρώπους. ]

Ωστόσο υπάρχουν συμπτώματα που περιγράφει ο Θουκυδίδης και δεν αιτιολογούνται από τον άνθρακα:

[(2.49.1,2,3)  η  εκπνοή  ήτο  αφύσικος  και  δυσώδης... προκαλούσα  ισχυρόν  σπασμόν,  ο οποίος εις άλλους μεν κατέπαυεν, εις άλλους δε εξηκολούθει επί πολύ. Το σώμα εξωτερικώς δεν παρουσιάζετο πολύ θερμόν εις την αφήν, ούτε ήτο ωχρόν, αλλ' υπέρυθρον, πελιδνόν…  Πολλοί δε πράγματι, οι οποίοι είχαν μείνει ανεπιτήρητοι, ερρίφθησαν εις δεξαμενάς, διότι κατετρύχοντο από δίψαν άσβεστον, αφού και το πολύ και το ολίγον ποτόν εις ουδέν ωφέλει. Και η αδυναμία του ν' αναπαυθούν, καθώς και η αϋπνία, τους εβασάνιζαν διαρκώς…]


ΕΥΛΟΓΙΑ

eylogiaΑν και η άποψη, ότι ο λοιμός του Θουκυδίδη έχει προκληθεί από τον ιό της ευλογιάς, κατά πολλούς θεωρείται πεπερασμένη, εντούτοις από άλλους μελετητές στο παρελθόν έχει προταθεί ως η επικρατέστερη. Για την υπόθεση αυτή υπάρχουν επιχειρήματα που την τεκμηριώνουν, παράλληλα, όμως, έχουν διατυπωθεί και αρκετές ενστάσεις.

Το πρώτο επιχείρημα υπέρ αυτής της άποψης είναι η ίδια η περιγραφή των εξανθημάτων από τον Θουκυδίδη. Συγκεκριμένα, αναφέρει τη συνύπαρξη ελκών και φλυκταινών που ξεκινούν από την κεφαλή και επεκτείνονται προς το υπόλοιπο σώμα και τα άκρα, παθογνωμονικο στοιχείο της νόσου αυτής.                                  

Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι κατά την έξαρση της νόσου οι ασθενείς είχαν πνευματική ενάργεια και δεν παρουσίαζαν μυϊκή αδυναμία. Επιπλέον, αναφέρεται ότι οι ασθενείς πέθαιναν κατά την έβδομη ή ένατη μέρα. Αυτό ισχύει στην περίπτωση του ιού της ευλογιάς.

Στο κείμενο του Θουκυδίδη γίνεται αναφορά περί αιφνίδιας προσβολής και αθρόας επέκτασης της νόσου, ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξης και συνθηκών διαβίωσης. Η μεταδοτικότητα της νόσου ήταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι Αθηναίοι να θεωρούν ότι και το πιο κοινόχρηστο είδος πρώτης ανάγκης, το νερό, είχε δηλητηριαστεί από τους Πελοποννήσιους. Αυτά συνηγορούν στο ότι πρόκειται για μια λοιμώδη νόσο, μεταδιδόμενη άμεσα με τη μορφή σταγονιδίων, από άνθρωπο σε άνθρωπο, χωρίς ενδιάμεσους ξενιστές. Συμπερασματικά, θα ήταν εύλογη η σκέψη πως ο λοιμός προκλήθηκε από τον ιό της ευλογιάς, δεδομένου ότι και η κλινική εικόνα ανταποκρίνεται. αλλά και παρουσιάζει την περιγραφόμενη, χωρίς ενδιάμεσους ξενιστές, μεταδοτικότητα.

Στο 3ο βιβλίο, κεφ. 87 ο Θουκυδίδης μας πληροφορεί για τις απώλειες των ιππέων, από τους οποίους χάθηκαν 300, και των οπλιτών των Αθηναίων, από τους οποίους χάθηκαν 4.400, ενώ στο 2ο βιβλίο κεφ.13 περιγράφει ότι η δύναμη των ιππέων αντιστοιχεί σε 1.200 και των οπλιτών σε 19.000. Από τα παραπάνω προκύπτει με ένα απλό μαθηματικό μοντέλο, κατά το οποίο το 95% προσβάλλεται από τη νόσο, ότι η θνητότητα στους μεν ιππείς είναι 26%, στους δε οπλίτες 24%. Τα ποσοστά ανταποκρίνονται σχεδόν πλήρως στη μέση θνητότητα της ευλογιάς, η οποία είναι 30%, ενώ απομακρύνονται από τα αντίστοιχα για την πανώλη, που ανέρχονται στο 50% περίπου.

Σε ένα άλλο απόσπασμα, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι νοσούντες δεν μπορούσαν να αντέχουν πάνω στο σώμα τους , ούτε ρούχα, ούτε κλινοσκεπάσματα, και μάλιστα πολλοί από αυτούς αναζητούσαν κάποιο λάκκο με νερό για να δροσιστούν. Η παραπάνω περιγραφή ταιριάζει στην ευλογιά, κατά την οποία η συμπεριφορά αυτή οφείλεται στις επίπονες  φλύκταινες και έλκη. Παρόμοια συμπεριφορά έχει παρατηρηθεί και κατά την προσβολή των Μάγιας από την ευλογιά, οι οποίοι εξαιτίας του εσωτερικού καύσους την ονόμαζαν «Μέγα Πυρ».

Παρά τα παραπάνω επιχειρήματα, υπάρχει πλειάδα ερευνητών που θεωρούν την υπόθεση της ευλογιάς εσφαλμένη ή τουλάχιστον ελλιπή. Οι δυο επικρατέστεροι ‘ανταγωνιστές’ της ευλογιάς θεωρούνται ο εξανθηματικός τύφος και η πανώλη.

Συγκεκριμένα, οι υποστηρικτές της πανώλης απτόμενοι στη φράση [κατέσκηπτε γὰρ ἐς αἰδοῖα] αποδίδουν τον λοιμό στη βουβωνική πανώλη ή στη δερματική της μορφή βάσει του παρατηρούμενου εξανθήματος. Οι υποθέσεις αυτές απορρίπτονται από τους υποστηρικτές της ευλογιάς, αφού θεωρούν ότι τα γεννητικά όργανα μεταβάλλονται εξαιτίας ανατομικής γειτνίασης με τον βουβώνα. Επίσης, η δερματική μορφή απορρίπτεται διότι ουδέποτε υπερβαίνει το 4% των συνολικών περιπτώσεων αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι φυσαλίδες και οι φλύκταινες σε αυτήν εδράζονται ως επί το πλείστον μόνο στο μέλος όπου συμβαίνει διόγκωση των λεμφαδένων και δεν κατανέμονται, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, σε όλο το σώμα, ξεκινώντας από την κεφαλή.

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν τον εξανθηματικό τύφο αντί της ευλογιάς στηριζόμενοι στα συμπτώματα του λοιμού, όπως τις ισχυρές κεφαλαλγίες, την καταρροή, τη διάρροια, τον βήχα, την αγρυπνία, το χρώμα του δέρματος των νοσούντων. Επίσης, οι συνθήκες της πολιορκίας και ειδικότερα ο μεγάλος συνωστισμός ισχυροποιούν την άποψη περί τύφου. Σε αυτά οι υποστηρικτές της ευλογιάς απαντούν αναφέροντας, αφενός την έναρξη του  λοιμού από την Αίγυπτο  και την επέκτασή του στη Λιβύη, χώρες οι οποίες δεν πολιορκούνταν εκείνη την περίοδο και αφετέρου με την αθρόα επέκταση της νόσου ακόμα και στις ευπορότερες Αθηναϊκές τάξεις όπου ο συνωστισμός ήταν μικρότερος και οι συνθήκες υγιεινής σαφώς καλύτερες. Οι νοσούντες από τύφο πεθαίνουν κατά τη 14η μέρα περίπου ή στις αρχές της 3ης εβδομάδας, γεγονός που δε συμφωνεί με την ημέρα θανάτου που περιγράφει ο Θουκυδίδης. Ακόμα στο Θουκυδίδη γίνεται λόγος για ανήσυχη αγρυπνία, που ταιριάζει σε νοσούντες από ευλογιά, και όχι για άγρυπνο κώμα με πλήρη απώλεια συνείδησης και μη αντίδραση σε εξωτερικά ερεθίσματα, που αποτελούν χαρακτηριστικά του  τύφου.

Στην προσπάθεια να καταρριφθεί η υπόθεση της ευλογίας χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα η μη περιγραφή από το Θουκυδίδη ραχιαλγιών και ουλών στη συμπτωματολογία του λοιμού που εντάσσονται στα πιο κοινά γνωρίσματα της συγκεκριμένης νόσου. Οι υποστηρικτές της ευλογιάς, όμως, θεωρούν ότι η λέξη έλκος περιλαμβάνει και τις ουλές όπως επίσης και ότι ένα μη σταθερό σύμπτωμα όπως οι ραχιαλγίες δεν εντάσσεται στη γενική μορφή της νόσου που επιχειρεί να δώσει ο Θουκυδίδης. [Τοιούτος λοιπόν ήτο ο γενικός χαρακτήρ της  ασθενείας] .

Ένα ιδιαίτερα ισχυρό επιχείρημα των πολέμιων της ευλογιάς αφορά στο θέμα της ανοσίας. Μελετητές όπως ο Ebstein, απτόμενοι σε φράση του Θουκυδίδη, υποστηρίζουν πως η νόσος εμφάνιζε διπλή προσβολή και υποτροπές, κάτι τελείως άγνωστο στην περίπτωση της ευλογιάς. Αντίθετα, οι υποστηρικτές της ευλογιάς πιστεύουν ότι ο ιστορικός θεωρεί πως οι ασθενείς που διέφευγαν τον κίνδυνο αποκτούσαν ειδική αλλά και γενική ανοσία, αφού και  συνέπασχαν με τους αρρώστους γνωρίζοντας ότι πλέον είναι ασφαλείς και μακαρίζονταν αφού δε θα νοσούσαν ούτε από την ίδια νόσο ούτε από άλλη στο μέλλον Ενώ η άποψη περί γενικής από κάθε νόσημα ανοσία θεωρείται αποτέλεσμα της υπεραισιοδοξίας αυτών, που τόσο τους πλησίασε ο θάνατος, η άποψη περί ειδικής, έναντι στη συγκεκριμένη νόσο, ανοσίας προκύπτει εκ πείρας. Αυτό, διότι η νόσος εμφάνιζε χαρακτηριστικά συμπτώματα τα οποία επέτρεπαν εύκολη διάγνωση σε περίπτωση 2ης προσβολής, αλλά και γιατί ως γνωστό η νόσος ''χτύπησε'' ξανά την Αθήνα το 427 / 426π.Χ. δίνοντας την ευκαιρία σ' αυτούς που νόσησαν την 1η φορά να πιστοποιήσουν την ανοσία τους.

Ισχυρότερο όμως επιχείρημα κατά της ευλογιάς θεωρείται η εξάλειψη σαρκοβόρων πτηνών και τετραπόδων αλλά και η εξαφάνιση των σκυλιών. Συνεπώς, γίνεται λόγος για συνύπαρξη της νόσου σε ανθρώπους και ζώα που είναι σπάνια στην ευλογιά. Υποστηρικτές της ευλογιάς όμως απαντούν πως η μεταφορά των κοπαδιών στην Εύβοια την οποία αναφέρει και ο Θουκυδίδης  υποχρέωσε και άλλα ζώα να εγκαταλείψουν την περιοχή λόγω έλλειψης τροφής. Επίσης, αυτή η εξάλειψη θεωρείται ότι μπορεί να οφείλεται στην καταδίωξη των αρπακτικών ζώων από τους πολιορκητές, ώστε να προστατευθούν τα σφάγια της στρατιάς τους. Ακόμα, η φθορά των σκυλιών πιστεύεται ότι οφείλεται στη μελαγχολία τους εξαιτίας της απώλειας των κυρίων τους που τους δημιουργούσε αποστροφή προς την τροφή αλλά στο γεγονός ότι μπροστά σε τέτοια καταστροφή ανθρώπων κανείς δε νοιάζεται να περιποιηθεί τα σκυλιά. Εξάλλου, ο Θουκυδίδης δεν αναφέρεται σε νόσηση αλλά σε εξαφάνιση των σκυλιών.                


ΠΑΝΩΛΗ

Οι διάφοροι μελετητές, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν το μυστήριο που αφορά στο λοιμό που «τυράννησε» την Αθήνα κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και αποδεκάτισε τον πληθυσμό τη,ς προτείνουν διάφορες μορφές της πανώλης ως επικρατέστερες νόσους.

Οι Ossan, Schonke, Κάτσας, στηρίζονται στη συμπτωματολογία που περιγράφει ο Θουκυδίδης και ειδικότερα στο φαινόμενο της  ταυτόχρονης μετάδοσης της νόσου σε ζώα και ανθρώπους για να υποστηρίξουν την υπόθεση περί πανώλης. Οι περιγραφόμενες ορχίτιδες και οι γάγγραινας των όσχεων τους παραπέμπουν σε βουβωνική πανώλη ενώ τα δερματικά εξανθήματα στη δερματική της μορφή. Ασθενέστερα προτείνεται η άποψη περί πνευμονικής πανώλης. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο λοιμός οφείλεται σε αιμορραγική πανούκλα εξαιτίας των πονοκεφάλων, των εξανθημάτων, του έντονου καύσους, της διάρροιας, των εμετών και ειδικότερα της αιμορραγίας από τα στόματα και τους λαιμούς των ασθενών.

Ως επιχειρήματα υπέρ της πανώλης χρησιμοποιήθηκαν ακόμα η θολωμένη διάνοια και η παράξενη συμπεριφορά  των νοσούντων , που ρίχνονταν στο νερό, αλλά και η εξάλειψη των τετραπόδων, χωρίς σαφή αναφορά στο είδος τους.

Ωστόσο, υπάρχουν και πολλοί άλλοι μελετητές (Αλιβιζάτος) που προσπαθούν να απορρίψουν την υπόθεση της πανώλης. Στηριζόμενοι στο γεγονός ότι στη δερματική πανώλη τα εξανθήματα δεν εξαπλώνονται, αρχόμενα από την κεφαλή, σε όλο τα ο σώμα και ούτε είναι τόσο πυκνά, στοιχεία που παρατηρήθηκαν στο λοιμό των Αθηνών.

Άλλο επιχείρημα εναντίον της πανώλης είναι οι ημέρες θανάτου των ασθενών. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι, κατά το λοιμό οι περισσότεροι πέθαιναν κατά την 7η ή 9η , ενώ συνήθης μέρα θανάτου στην πανώλη είναι η 4η ή  η 5η.

Η υπόθεση της πνευμονικής πανώλης απορρίπτεται διότι συγκεκριμένη μορφή δεν ενδημεί σε κλίματα όπως το ελληνικό αλλά σε ψυχρότερα( όπως στη Μαντζουρία).

Από μελετητές(Δούκας)  τίθεται το ερώτημα, πώς είναι δυνατόν, αν υποθέσουμε ότι ο λοιμός ήταν πανώλη, να μην μεταδόθηκε στους συμμάχους και στους Πελοποννήσιους, δεδομένου  ότι όποτε ΄΄πέρασε΄΄ η πανώλη στην Ευρώπη  από την Αίγυπτο και τη Μικρά Ασία δε δυσκολεύτηκε να προσβάλει όλους τους λαούς γύρω από τη Μεσόγειο.

Μολονότι του φαινομένου της ταυτόχρονης προσβολής ζώων και ανθρώπων, σύμφωνα με αυτούς που αντιδρούν στην υπόθεση της πανώλης, η σύγχρονη επιστήμη έχει αποδείξει ότι η μόλυνση ανθρώπων και ζώων από το μικρόβιο της πανώλης, εκτός αυτής που συμβαίνει από το τσίμπημα των ψύλλων και εκτός της πειραματικής, είναι σπάνια.

Όσον αφορά τη βουβωνική πανώλη τα συμπτώματα της νόσου δεν συνάδουν με τα αναφερόμενα από τον Θουκυδίδη, δεδομένου ότι δεν περιγράφεται καμία βλάβη που να μοιάζει με διαπύηση αδένων.


ΥΠΟΤΟΠΙΑΖΩΝ ΠΥΡΕΤΟΣ 'Η ΦΘΕΙΡΩΝ

Η νόσος  που αναφέρει ο Θουκυδίδης είναι μάλλον ο υποτροπιάζων πυρετός των φθειρών. Οφείλεται στην Borrelia recurrentis , μεταδίδεται από τις ψείρες και χαρακτηρίζεται από αλλοιώσεις του ενδοθηλίου και τις ενδαγγειακές θρομβώσεις λόγω του γρήγορου πολλαπλασιασμού των σπειροχαιτών στο αίμα.

Η συσχέτιση της νόσου με τη μετακίνηση πληθυσμών και τον πόλεμο είναι γνωστή, μια και αυτή προκάλεσε εκατομμύρια θύματα στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων. Μια επιδημία μάλιστα εκδηλώθηκε και στον πόλεμο της Κορέας το 1950.

Είναι εύκολο να υποθέσουμε ότι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος και η συγκέντρωση του πληθυσμού στην Αθήνα είχαν τις ίδιες συνέπειες στην ανάπτυξη των ψειρών και τη διασπορά της νόσου.

Η επώαση της νόσου κυμαίνεται μεταξύ 4 και 18 ημερών. Η έναρξη είναι οξεία με πυρετό, κεφαλαλγία, ρίγη, και συχνά ναυτία και εμετούς. Πολύ συχνές είναι και οι φυσαλιδώδεις δερματικές βλάβες, οι οποίες εξελκώνται γρήγορα. Όλα αυτά τα συμπτώματα αντιστοιχούν τέλεια στην περιγραφή του Θουκυδίδη.

Αυτή η πρώτη περίοδος οδηγεί σε λίγες ημέρες σε μία χαρακτηριστική κρίση. Σε λίγα λεπτά, εν μέσω έντονων ριγών, εμφανίζεται έντονη άνοδος της θερμοκρασίας, του καρδιακού και του αναπνευστικού ρυθμού και της αρτηριακής  πίεσης. Συχνά, σε αυτό το σημείο εμφανίζεται καρδιαγγειακή κατέρρειψη απολήγουσα στον θάνατο.  Αυτή η κρίση αντιστοιχεί επακριβώς στην περιγραφή του Θουκυδίδη.

Αναφέρει επίσης ο Θουκυδίδης ότι υπήρχε και δευτεροπαθής θνητότητα σε ασθενείς που επιβίωσαν από μια κρίση. Μπορεί να αποδοθεί σε βλάβες του πεπτικού, του ήπατος ή των νεφρών, οφειλόμενες σε θρομβώσεις των αγγείων. Αναφέρει επίσης την εμφάνιση τύφλωσης και αμνησίας κατά την περίοδο της ανάρρωσης. Η ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη τύφλωση είναι μεταξύ των συμπτωμάτων του υποτροπιάζοντος πυρετού, είτε λόγω αιμορραγίας είτε λόγω ιριδοκυκλίτιδας.


ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

Στην ιστορική εξέλιξη των ερμηνειών που κατά καιρούς δημοσιεύτηκαν από διάφορους επιστήμονες για τον λοιμό της Αθήνας συναντάμε και κάποιες ερμηνείες οι οποίες στη συνέχεια, είτε απορρίφθηκαν, είτε απομακρύνθηκαν από το προσκήνιο, καθώς προτάθηκαν νέες περισσότερο τεκμηριωμένες και εγκυρότερες .

Ήδη από την αρχαία εποχή ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει για τον λοιμό ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για επιδημία ελονοσίας παραθέτοντας το επιχείρημα ότι ο βροχερός καιρός και οι υγρές κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούσαν, δεδομένης της εποχής που επικράτησε ο λοιμός , ευνοούσαν την ανάπτυξη της ελονοσίας .1

Αγνοώντας τα γενικότερα συμπτώματα του λοιμού και εξάγοντας συμπεράσματα μόνο από τα συμπτώματα νευρικής φύσεως ο Lefevre-Douville 2 εξέφρασε την άποψη ότι πρόκειται για μια εγκεφαλονωτιαία μηνιγγίτιδα.

Ο Ebstein στις πραγματείες του που δημοσιεύτηκαν με τίτλο «Die Pest des Thukydides» Stuttgart 1899 και «Nochmais die Pest des Th.»,Dtsche Med.Wochenschriift 1899 σ. 59 εκφράζεται αόριστα περί της φύσης του λοιμού δεχόμενος ότι πρόκειται για μια βαριά μολυσματική νόσο η οποία είχε πολύ μεγάλη εξάπλωση («…dass es sich um eine schwere, kontagiοse, in grossepidemischer Ausbreitung auftretend, Infektionskrankheit gehandelt hat ») για την οποία όμως σήμερα με βάση τα δεδομένα του Θουκυδίδη δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια διάγνωση.

Παράλληλα και ο Littre υποστηρίζει ότι ο λοιμός ήταν μία έως τότε άγνωστη ασθένεια η οποία όμως σήμερα δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί, καθώς δεν υπάρχει.

Οι Smith και Webster 3 με βάση μόνο τις έντονες κεφαλαλγίες , τα προβλήματα στην όραση, την από του στόματος άπνοια και απορρίπτοντας τα υπόλοιπα συμπτώματα της περιγραφής του Θουκυδίδη, προτείνουν την ασθένεια γνωστή ως κίτρινο πυρετό. Ο  κίτρινος πυρετός μεταδίδεται από το τσίμπημα της στεγομυίας ( Aedes Aegypti). Άλλοι έμμεσοι τρόποι μετάδοσης στον άνθρωπο της νόσου αυτής είναι μέσω πασχόντων ζώων και στηρίζονται στο  ότι στη Βραζιλία βρέθηκαν πίθηκοι και άλλα άγρια ζώα τα οποία έφεραν τη νόσο και στο ότι κάποια είδη κουνουπιών μπορεί να μεταφέρουν τον ιό. Όμως, η στεγομυία σπανιότατα μπορεί να είναι ενεργός  κατά τη διάρκεια του χειμώνα και επομένως είναι αδύνατον να μαίνεται επιδημία οφειλόμενη στον κίτρινο πυρετό κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Έτσι απορρίπτεται η εκδοχή του κίτρινου πυρετού.

Μια ακόμα υπόθεση , από τoυς P.L.Salway and W. Dell (1955) προτείνει ότι ο εργοτισμός ερμηνεύει τον λοιμό της Αθήνας. Εργοτισμός ονομάζεται η δηλητηρίαση από την κατάποση των εργοτ-μολυσμένων προϊόντων σιταριούν χαρακτηρισμένος από τη δίψα, τη διάρροια και τη ναυτία ,έντονους εμετούς και ανώμαλους καρδιακούς ρυθμούς ενώ σε βαριές περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει γάγγραινα των άκρων. Η δηλητηρίαση προκύπτει από παρασιτοειδείς ή μυκητοειδείς τοξίνες που βρίσκονται στους σπόρους του σιταριού. Η ύπαρξη γάγγραινας των άκρων στα άκρα κάποιων  θυμάτων του λοιμού που επέζησαν είναι όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές  ένα πολύ σημαντικό σύμπτωμα που δεν δίνει περιθώρια σε κάποια άλλη διάγνωση παρά μόνο στον εργοτισμό. Αντίθετα , σύμφωνα με κάποια  ιστορικά δεδομέναν οι Αρχαίοι Αθηναίοι κατανάλωναν σε πολύ μικρές ποσότητες σπόρους σιταριούν στοιχείο που καταρρίπτει τα επιχειρήματα περί εργοτισμού.

Δεν είναι λίγοι οι ερευνητές που κατά καιρούς έχουν υποστηρίξει  και την εκδοχή της χολέρας για να ερμηνεύσουν τον λοιμό, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται με ακλόνητα επιστημονικά δεδομένα. Αυτή, όμως, επιφέρει τον θάνατο τα δύο πρώτα 24ωρα, ενώ όσους έπληττε ο λοιμός άντεχαν τις πρώτες 7 ή 9 μέρες.4

Ούτε βεβαίως πρόκειται για κάποια παραλλαγή της λέπρας που είχαν οι Εβραίοι εκείνη την περίοδο, γιατί πάλι θα ήταν διαφορετικές οι ιστορικές περιγραφές.

Κατά καιρού διάφορες επιστημονικές ομάδες έχουν υποστηρίξει ότι ο λοιμός της Αθήνας μπορεί να προκλήθηκε από κάποια μορφή του Συνδρόμου της Ανθρώπινης Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας (AIDS) που ωστόσο είναι μια παρακινδυνευμένη ερμηνεία.

Και η νόσος των Λεγεωνάριων η οποία οφείλεται στο βακτήριο Legionella Pneumophila έχει προταθεί για την ερμηνεία του λοιμού.


ΠΩΣ Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΥΣΕ ΤΟΝ ΛΟΙΜΟ

Ο αρχαίος ιστορικός Αέτιος αναφέρει ότι ο μεγάλος ιατρός της αρχαιότητας, ο Ιπποκράτης, χρησιμοποίησε την  πυροθεραπεία και έσωσε την Ελλάδα από την πανδημία (δηλ. τον φοβερό λοιμό της Αθήνας) που (κατά τον Αέτιο) είχε αρχίσει από την Ιλλυρία και την Παιονία. Προφανώς, ο Αέτιος αντιγράφει τον Σωρανό. Πολλοί ιστορικοί της αρχαιότητας, όπως ο Πλούταρχος, αλλά και ο ιατρός Γαληνός έχουν επανειλημμένα διατυπώσει την άποψη ότι με το άναμμα της φωτιάς είναι δυνατή η κάθαρση του αέρα όταν αυτός είναι μολυσμένος από κάποιο αίτιο ή η ατμόσφαιρα είναι επιβαρημένη από κάποιο αίτιο. Συμπληρώνουν ότι τέτοιες συνθήκες επικρατούσαν στην Αρχαία Αθήνα το 430 π.Χ. οπότε ξέσπασε ο λοιμός. Ο Γαληνός στο «Περί πυρετών» αναφέρει ότι η επιδημία μπορεί να προέλθει από την εισπνοή μιάσματος ή όταν ο αέρας είναι πολύ ζεστός (όπως αναφέρει το ίδιο έγινε και στην Αθήνα). Είναι πολύ πιθανόν λοιπόν ο λοιμός της Αθήνας να προκλήθηκε από μία γενικευμένη δυσκρασία του αέρα που πιθανότατα να οφειλόταν στον πόλεμο.

Ο θρύλος θέλει τον Ιπποκράτη να επισκέφθηκε την Αθήνα. Ο Θουκυδίδης δεν το μνημονεύει στην εκτενή περιγραφή του λοιμού, αλλά η πληροφορία αυτή σύμφωνα με άλλους ιστορικούς είναι ακριβής. Στο  «Περί αέρων, υδάτων και τόπων» ο Ιπποκράτης αναφέρει το ρόλο των κλιματικών και μετεωρολογικών αλλαγών στην πρόκληση των ασθενειών όπως επίσης στα Περί επιδημιών 1,2,3,4 και 5. Χρησιμοποιώντας εστίες φωτιάς, στις οποίες έκαιγε αρωματικά φυτά,  κατάφερε να «καθαρίσει» τη «βαριά» ατμόσφαιρα της Αθήνας, βοηθώντας έτσι στην αντιμετώπιση του λοιμού. Μάλιστα , ο Ιπποκράτης σύμφωνα με μεταγενέστερους μελετητές λόγω της συνεισφοράς του στη θεραπεία του λοιμού τύγχανε μεγάλου σεβασμού και αναγνώρισης, τόσο αυτός, όσο και η οικογένεια του, από τους συμπολίτες του.

 

© 2008-2013 Perceptum magazine
ISSN: 1792-2933


This site is built on the grounds of the free software  Joomla!
The greek edition is an offer of Ελληνικής Κοινότητας Joomla!
Suggested browser: Mozilla Firefox
Suggested screen resolution: 1024 Χ 768
Webpage hosted by Nohsys