episthmes
Ιστορική εξέλιξη των ιατρικών ερμηνειών του λοιμού του Θουκυδίδη - Page 2 Print E-mail
Written by Γιαννούλη Γεωργία, Μαυριτσάκη Ευαγγελία, Σαμόλης Αλέξανδρος, Τζαμαλής Παναγιώτης, Φιλοπούλου Κυριακή   
Wednesday, 08 October 2008 18:14
Article Index
Ιστορική εξέλιξη των ιατρικών ερμηνειών του λοιμού του Θουκυδίδη
Page 2
Page 3
All Pages


Είναι γεγονός ότι η πορεία της Ιστορίας πολλών μεγάλων πολιτισμών της αρχαιότητας επηρεάστηκε σημαντικά από την εμφάνιση επιδημιών. Μεταξύ αυτών, ο λοιμός της αρχαίας Αθήνας αναμφισβήτητα αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους παράγοντες που συνέβαλαν στην έκβαση του Πελοποννησιακού πολέμου, επισπεύδοντας το τέλος του Χρυσού Αιώνα και της Αθηναϊκής κυριαρχίας στη Μεσόγειο. O λοιμός ξέσπασε κατά την πολιορκία της Αθήνας από τους Σπαρτιάτες, στην αρχή του καλοκαιριού του 430 π.Χ. και, μέχρι το καλοκαίρι του 428 π.Χ., κυριολεκτικά αποδεκάτισε τον πληθυσμό της πόλης. Αποτέλεσε έναν από τους αποφασιστικούς παράγοντες για την έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου και το τέλος της αθηναϊκής κυριαρχίας στη Μεσόγειο. Μετά από μία σύντομη περίοδο ύφεσης, η επιδημία ενέσκηψε ξανά στη διάρκεια του χειμώνα του 427 π.Χ. και διήρκεσε μέχρι το χειμώνα του 426 π.Χ. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους τρεις κατοίκους της Αθήνας χάθηκε από την επιδημία, μεταξύ αυτών δε και ο χαρισματικός ηγέτης της πόλης Περικλής.

Η αιτία που προκάλεσε το λοιμό της Αθήνας αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ιστορίας της Ιατρικής. Πολύ μελάνι έχει χυθεί πάνω στο θέμα αυτό και οι ερμηνείες που κατά καιρούς δόθηκαν στο λοιμό συχνά ήταν αρκετά φιλόδοξες έως και επιστημονικά αβάσιμες.

Τα μοναδικά δεδομένα, σχετικά με την αιτία του λοιμού, περιορίζονται στις αφηγήσεις του μεγάλου ιστορικού του 5ου αιώνα π.Χ. Θουκυδίδη, ο οποίος προσβλήθηκε από τη νόσο, αλλά επέζησε. Στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου ο Θουκυδίδης περιγράφει με αρκετή ακρίβεια τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Αθήνα την περίοδο του λοιμού, καθώς και τα κύρια σημεία και συμπτώματα της νόσου.

Στηριζόμενοι στην περιγραφή του Θουκυδίδη, πολλοί κορυφαίοι επιστήμονες από όλο τον κόσμο έχουν κατά καιρούς διατυπώσει μία σειρά θεωριών και υποθέσεων, χωρίς όμως να έχουν καταφέρει να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για την αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας. Η αδυναμία τεκμηρίωσης οποιασδήποτε διαγνωστικής υπόθεσης σχετικά με την αιτία του λοιμού της Αθήνας οφείλεται στην έλλειψη κατάλληλου παλαιοπαθολογικού υλικού, η ανάλυση του οποίου ενδεχομένως θα οδηγούσε σε αναδρομική ασφαλή διάγνωση του παθογόνου παράγοντα που προκάλεσε την επιδημία.

Σε αυτήν την εργασία επιχειρείται μια αναδρομική καταγραφή των ιατρικών ερμηνειών που διατυπώθηκαν κατά καιρούς από διάφορους μελετητές για το λοιμό της Αθήνας.


Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


Ο λοιμός της Αθήνας , από το 430 μέχρι το 427 π.Χ. ήταν ίσως ο πιο καταστροφική και θανατηφόρος επιδημία που έχει καταγραφεί σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, ο ίδιος  ο Θουκυδίδης έπεσε θύμα της ίδιας της νόσου, αλλά κατά ειρωνική σύμπτωση επέζησε για να περιγράψει την επιδημία και την ασθένεια καθ΄ αυτή. Οι περιγραφές του έχουν για αιώνες χρησιμοποιηθεί ως σημείο αναφοράς για ερευνητές καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Παρ’ όλα αυτά, η συμπτωματολογία από πολλές προτεινόμενες ασθένειες δεν αντιστοιχεί σε αυτά που περιγράφει ο Θουκυδίδης.

Οι περιγραφές του Θουκυδίδη σχετικά με τα συμπτώματα της νόσου υποδεικνύουν ξεκάθαρα την προσβολή πολλών διακριτών οργάνων και συστημάτων. Υπάρχει προσβολή των οφθαλμών και της αναπνευστικής οδού από τη μύτη, μέχρι την τραχεία. Παρομοίως, υπάρχει προσβολή και του γαστρεντερικού σωλήνα. Η απαρχή της νόσου γίνεται με εμετούς, που αργότερα ακολουθούνται από έντονη διάρροια. Οι ενδείξεις αυτές συνηγορούν στο γεγονός ότι πρόκειται για κάποια γαστρεντεροπάθεια μεσολαβούμενη από το κεντρικό νευρικό σύστημα παρά για μια τοπική εξανθηματική νόσο. Η έκφραση ‘σπασμωδική’ που χρησιμοποιείται εν προκειμένω ίσως απλώς υπογραμμίζει τη βιαιότητα των συμπτωμάτων της νόσου. Οι σπασμοί, οι οποίοι ΄επέμεναν για αρκετό χρόνο’ ίσως αντανακλούν μεταβολική αλκάλωση προκλυόμενη από την απώλεια ηλεκτρολυτών.

Η κάτωθι περιγραφή των δερματικών εξανθημάτων ως «ἀλλ’ ὑπέρυθρον, πελιτνόν, φλυκταίναις μικραῖς καὶ ἕλκεσιν ἐξηνθηκός» θεωρείται από πολλούς μελετητές ως ανεπαρκής. Θα ήταν ωφέλιμο να περιγράφεται σε ποιο ακριβώς στάδιο της νόσου εμφάνιζαν τα σημεία αυτά και ποια ήταν η πρόγνωση της νόσου για όσους τα έφεραν. Επιπλέον, θα ήταν χρήσιμο, αν διευκρινιζόταν αν επρόκειτο για έγκαυμα ή τυφοειδούς τύπου έξαρση.

Όσο για τη διανοητική κατάσταση των νοσούντων, μπορούμε να βγάλουμε αρκετά αρνητικά συμπεράσματα. Η κατάπτωση, το κώμα, το σοκ δεν είναι μια κατάσταση, η οποία συμβαδίζει με την περιγραφή του Θουκυδίδη ως «ἡ ἀπορία τοῦ μὴ ἡσυχάζειν καὶ ἡ ἀγρυπνία ἐπέκειτο διὰ παντός. καὶ τὸ σῶμα, ὅσονπερ χρόνον καὶ ἡ νόσος ἀκμάζοι, οὐκ ἐμαραίνετο, ἀλλ’ ἀντεῖχε παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπωρίᾳ» και την συνοδεύουσα εικόνα, όπου οι νοσούντες τρέχουν να βρουν κάποιο λάκκο με νερό για να δροσιστούν. Παράλληλα, η περιγραφή του Θουκυδίδη ότι «ὥστε ἢ διεφθείροντο οἱ πλεῖστοι ἐναταῖοι καὶ ἑβδομαῖοι ὑπὸ τοῦ ἐντὸς καύματος» συμβαδίζει με κάποιον τύπο υπερθερμικού θάνατου. Οι θάνατοι, που ακολουθούν από διάρροια συμβαδίζουν με κάποια νόσο που προκαλεί ταυτόχρονα υπογκαιμικό και τοξικό σοκ. Κατά την ανάρρωση, οι παρατηρούμενες γάγγραινες, η τύφλωση και η αμνησία δείχνουν τη σοβαρότητα μιας σοβαρής περιφερικής κυκλοφορικής διαταραχής αργότερα κατά τη διάρκεια ανάρρωσης από την ασθένεια.

Παραλείπεται, ωστόσο, η αναφορά σε μια λίστα από πιθανά αρνητικά ευρήματα γνωστά κατά την εποχή του Θουκυδίδη. Δεδομένης της ακρίβειας της περιγραφής του Θουκυδίδη, θεωρείται δεδομένο πως ο ίδιος θα ήταν σε θέση να περιγράψει, αν υπήρχαν, ευρήματα, όπως ο ίκτερος, η δύσπνοια, λεμφαδενοπάθειες, πλευρίτιδα ή παραγωγή πύου.

Τέλος, η χρήση της έκφρασης «εξελκωμένου» γαστρεντερικού σωλήνα είναι ασαφής, ενώ δεν πρέπει να παραλείπεται το γεγονός πως συχνά στην ιπποκρατική γραφή γίνεται συχνά διάκριση μεταξύ της δυσεντερίας και της διάρροιας. Τελικά, από τη σύνοψη των περιγραφόμενων συμπτωμάτων μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τα προσβαλλόμενα όργανα και τα συμπτώματα. Συγκεκριμένα, αυτά είναι:
  • Οξεία αναπνευστική προσβολή, σοβαρή και πιθανώς νεκρωτική
  • Οξεία τοξική γαστρεντεροπάθεια, μεσολαβούμενη από το κεντρικό νευρικό σύστημα
  • Φυσαλιδώδης πυοφύτης
Η ομάδα αυτών των κλινικών ευρημάτων είναι τόσο εμφανής, ώστε γενικώς η εικόνα αυτή αντιστοιχεί στην κλινική εικόνα του συνδρόμου του Θουκυδίδη.

Αναζητώντας μια συγκεκριμένη παθολογία για το σύνδρομο αυτό, μπορεί ενδεχομένως να υποστηριχθεί ότι οι κλινικές εκδηλώσεις των οξέων αναπνευστικών συμπτωμάτων είναι συμβατά με προσβολή από τον ιό της γρίπης. Όπως είναι πλέον γνωστό, η περιοχή όπου συνήθως ο ιός ενοφθαλμίζεται είναι το κροσσωτό επιθήλιο της αναπνευστικής οδού, όπου προκαλεί οξεία αιμορραγική και συχνά πυώδη τραχειοβρογχίτιδα.

Επιπλέον, τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά σχετίζονται αρκετά με αυτά του πανδημικού ιού της γρίπης. Κλασικά οι πανδημίες ξεκινούν από ένα εστιασμένο σημείο ή περιοχή και στη συνέχεια μεταδίδονται κατά μήκος μιας οδού μετακίνησης του πληθυσμού σε αρκετές περιοχές του πλανήτη αλλά όχι σε ολόκληρο τον πλανήτη. Επιπλέον, οι πανδημίες μπορούν να εμφανίζονται σε οποιαδήποτε περίοδο. Το πιο εμφανές παράδειγμα είναι η πανδημία του 1918, οπότε η πανδημία ξεκίνησε μέσα στο καλοκαίρι και το φθινόπωρο και αρχικά ανάμεσα σε στρατιωτικές μονάδες. Στη συνέχεια, κατάστρεψε την Αυστραλία κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1919. Επανερχόμενα κύματα συνέβαιναν για τουλάχιστον 3-4 χρόνια μετά, καθώς και ανάμεσα στην περίοδο 1889-1992.

Η σημασία της πυκνότητας σε σχέση με τη σοβαρότητα και την ένταση της γρίπης αναγνωρίζεται παγκοσμίως. Από αυτή τη σκοπιά, η απουσία της καταγραφής ενός λοιμού στη Σπάρτη χρησιμοποιείται συχνά ως απόδειξη εναντίον της γρίπης ως αιτίας του προκείμενου λοιμού της Αθήνας. Ωστόσο, υπογραμμίζεται πως στη δεδομένη περίοδο η Αθήνα βρισκόταν υπό πολιορκία και ο πληθυσμός ήταν υπερβολικά συνωστισμένος.

Προκειμένου να γίνει αποδεκτή η υπόθεση της γρίπης, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη αρκετά στοιχεία διαφοροποίησης σε σχέση με άλλες πανδημίες: η απουσία πνευμονίας οποιασδήποτε μορφής, η πολύ μεγάλη θνησιμότητα και τα σοβαρά γαστρεντερικά συμπτώματα.

Η πνευμονία είναι, ωστόσο, ένα πιθανό σύμπτωμα. Ο Θουκυδίδης, ας μην ξεχνούμε, ήταν ένας γενικός παρατηρητής της κοινότητας, καθώς δεν υπήρχε κανένα νοσοκομείο ή γενικώς κλινική όπου οι πιο σοβαρές περιπτώσεις θα είχαν μεταφερθεί. Στις περισσότερες επιδημίες γρίπης οι περιπτώσεις πνευμονίας είναι αρκετά αυξημένες, αλλά ακόμα και κατά τη διάρκεια της πανδημίας του 1918 η πνευμονία αποτελούσε ένα μικρό μόνο τμήμα των συνολικών περιπτώσεων. Σε αντιπαραβολή με την πανδημία του 1918, όπου η πνευμονία ήταν συνυπήρχε πνευμονία, στον λοιμό της Αθήνας η πνευμονία ενδεχομένως να μην ήταν ορατή, παρ’ ότι υπήρχε. Παράλληλα, απορρίπτεται το ενδεχόμενο να υπήρχε αλλά να μην την κατέγραψε ο Θουκυδίδης.

Η θνησιμότητα στην Αθήνα είναι υπερβολικά μεγάλη σε αναλογία προς όλες τις μέχρι τώρα γνωστές επιδημίες γρίπης. Ακόμα και το 1918 η θνησιμότητα δεν ξεπέρασε το 3 με 5%. Προτείνεται, λοιπόν, σε αυτό το σημείο ότι στον λοιμό συνυπήρχε το μικρόβιο του σταφυλόκοκκου. Πολλές πανδημίες του παρελθόντος έχουν αποδοθεί στο μικρόβιο αυτό.

Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων του γαστρεντερικού και τα χαρακτηριστικά των συμπτωμάτων αυτών που περιγράφονται από τον Θουκυδίδη ομοιάζουν προς την κατάσταση της εντεροτοξικής τροφικής δηλητηρίασης από σταφυλόκοκκο, εκτός από το γεγονός ότι κατά την αρχή των συμπτωμάτων εμφανίζονται περισσότερο να ακολουθούν να συμβαίνουν παράλληλα με τα αρχικά αναπνευστικά συμπτώματα καθώς και ότι η διάρκειά τους υπερέβαινε κάποιον αριθμό ημερών ή ακόμα και τη μία εβδομάδα. Φαίνεται, λοιπόν, ότι υπήρξε μια αργή και προοδευτική απορρόφηση του βακτηρίου από το κατεστραμμένο αναπνευστικό επιθήλιο ΄ή από τις πληγές του δέρματος. Το στέλεχος ή τα στελέχη των βακτηρίων φαίνεται πως δεν ήταν επιθετικά.

Αυτή η υπόθεση τεκμηριώνεται από την ανακάλυψη του συνδρόμου του τοξικού σοκ. Η ανακάλυψη του συνδρόμου αυτού το 1978 έδειξε ότι ασήμαντες πληγές στο δέρμα μπορούν να οδηγήσουν σε ξαφνική, σοβαρή και πολλές φορές θανατηφόρα ασθένεια. Προφανώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί πως το αποκαλούμενο ως σύνδρομο του Θουκυδίδη ταυτίζεται με το σημερινό σύνδρομο του τοξικού σοκ. Ωστόσο, είναι λογικό να εμπλέκονται οι ίδιοι παθογενετικοί μηχανισμοί, στους οποίους περιλαμβάνεται η προσβολή των ξενιστών από έναν με επιθετικό σταφυλόκοκκο, ο οποίος μπορούσε να παράγει μια εξοτοξίνη παρόμοια με αυτήν με την τοξίνη-1 του συνδρόμου του τοξικού σοκ. Αυτή η τοξίνη ενδεχομένως διαφέρει από αυτήν του συνδρόμου τοξικού σοκ στο ότι είναι κυρίως εντεροτοξική και προκαλεί μικρότερου βαθμού κατάρρευση του κυκλοφορικού.

Παρακάτω, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι «γενόμενον γὰρ κρεῖσσον λόγου τὸ εἶδος τῆς νόσου τά τε ἄλλα χαλεπωτέρως ἢ κατὰ τὴν ἀνθρωπείαν φύσιν προσέπιπτεν ἑκάστῳ καὶ ἐν τῷδε ἐδήλωσε μάλιστα ἄλλο τι ὂν ἢ τῶν ξυντρόφων τι• τὰ γὰρ ὄρνεα καὶ τετράποδα ὅσα ἀνθρώπων ἅπτεται, πολλῶν ἀτάφων γιγνομένων ἢ οὐ προσῄει ἢ γευσάμενα διεφθείρετο. τεκμήριον δέ• τῶν μὲν τοιούτων ὀρνίθων ἐπίλειψις σαφὴς ἐγένετο, καὶ οὐχ ἑωρῶντο οὔτε ἄλλως οὔτε περὶ τοιοῦτον οὐδέν• οἱ δε κίνες μάλλον αίσθησιν παρείχον του αποβαίνοντος διά του ξυνδιαιτίσθαι.».  Με βάση την προτεινόμενη θεωρία η εξαφάνιση των όρνεων και των σκύλων σχηματίζουν μια εικόνα ίσως υπερβολική. Η κυριολεκτική απόδοση του αποτελέσματος της ασθένειας σε αυτούς που πρόσεχαν τους ασθενείς είναι ότι «πέθαιναν σαν τα πρόβατα» και αυτό, ίσως, αυξάνει την πιθανότητα ότι ακόμα και τα πρόβατα μπορούσαν να προσβληθούν από την νόσο. Ωστόσο, δεν υπάρχουν παρατηρήσεις που να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Ελάχιστες ιστορικές αναφορές επικεντρώνονται σε τέτοιες παρατηρήσεις, αλλά τέτοιες ανακαλύψεις σχετικά με τον ιό της γρίπης ίσως να σχετίζονται.

Το επιθετικό δυναμικό των ιών της γρίπης αυξάνει, τόσο σε πειραματικές δοκιμασίες όσο και σε περιβαλλοντικά πρότυπα. Ανάμεσα στα ζώα, οι χοίροι φαίνεται ότι προσβάλλονται νωρίτερα από τους ανθρώπους. Μια μεγάλη ποικιλία θηλαστικών μπορούν να προσβάλλονται από ιούς της γρίπης του ανθρώπινου είδους. Ωστόσο, οι μολύνσεις αυτές είναι συνήθως αφανείς. Ανεξάρτητα από τους τύπους των στελεχών, που μπορούν να προσβάλλουν τους ανθρώπους, είναι πιθανό ότι τα στελέχη αυτά στην πάροδο του χρόνου υφίστανται μεταλλάξεις που τους επιτρέπουν να μολύνουν ζώα και ανθρώπους παράλληλα.


Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Όπως, λοιπόν, αναφέρθηκε και παραπάνω, μία πιθανή προσέγγιση της αιτίας του λοιμού του Θουκυδίδη είναι η λοίμωξη από τον ιό της γρίπης και παράλληλα η ανάπτυξη σταφυλόκοκκου. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά επιχειρήματα εναντίον της άποψης αυτής, η οποία έχει υποστηριχθεί από διάφορους ερευνητές, όπως ο Langmuir, o Mercier, ο οποίος πρώτος εισήγαγε τη θεωρία του ιού της γρίπης, και του Kobert, ο οποίος, έχοντας ζήσει τον καταστροφικό λοιμό του 1889-1892, δεν πίστευε πως μόνος ο ιός της γρίπης μπορούσε να φέρει αυτό το αποτέλεσμα. Καθένας από αυτούς τους ερευνητές προσπάθησε να προσεγγίσει το αίτιο του λοιμού με αναγνώριση των συμπτωμάτων και των χαρακτηριστικών που περιγράφονται από τον Θουκυδίδη και τον παραλληλισμό αυτών με σημερινά δεδομένα.

Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, είναι επικίνδυνη, καθώς ο Θουκυδίδης ήταν ένας γενικός παρατηρητής ο οποίος δε χρησιμοποιεί εξειδικευμένους όρους και πιθανώς έγραψε τις παρατηρήσεις του πολύ μετά το πέρας της επιδημίας, χρησιμοποιώντας έννοιες του Ιπποκράτη σχετικά με την αιτία της ασθένειας και πιθανώς επηρεασμένος από τα δικά του βιώματα. Ο Θουκυδίδης δεν μπορεί να κατέχει την εξειδικευμένη ιατρική ορολογία: όπως ο Ιπποκράτης και οι άλλοι ιατροί του 5ου π.Χ. αι. και θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει γενικούς όρους για την περιγραφή συγκεκριμένων ευρημάτων που αφορούν τη νόσο, όπως είναι για παράδειγμα, ο όρος ‘φλύκταινες’ για την περιγραφή των δερματικών βλαβών. Αυτοί οι όροι ίσως είναι αδύνατο να συνδεθούν με σημεία ή συμπτώματα που εμφανίζονται περίπου 2.500 χρόνια αργότερα.

Για την αντίκρουση επιχειρήματος του λεγόμενου συνδρόμου του Θουκυδίδη έχουν επιστρατευθεί, επίσης, επιδημιολογικά, ιστορικά και κλινικά ευρήματα. Οι προσεγγίσεις αυτές φαίνεται πως αποκλείουν τον ιό της γρίπης ως αίτιο του λοιμού της Αθήνας. Αν και γενικώς θεωρείται πιθανό ότι η πυκνότητα του πληθυσμού κυμαινόταν από 100.000 ή ακόμα και 200.000 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο κατά τις αρχές του λοιμού, ακόμα και η ελάχιστη εκτίμηση της πυκνότητας του πληθυσμού (20.000-25.000 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο) δε θα μπορούσε να διατηρήσει τη γρίπη σε μια πλήρως κλειστή πόλη για 2-5 συνεχόμενα έτη.

Παράλληλα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και κάποιο μαθηματικό μοντέλο για την απόδειξη της ύπαρξης ή όχι του ιού της γρίπης. Το μοντέλο αυτό περιγράφει τις παραμέτρους μετάδοσης σε ένα πραγματικό ξέσπασμα της νόσου γνωστής διαρκείας σε μια αθηναϊκή εκστρατευτική δύναμη γνωστού μεγέθους. Στη συνέχεια, τα δεδομένα αυτά μπορούν να εφαρμοστούν για την πρόβλεψη της εξέλιξης του λοιμού της Αθήνας στο σύνολό της, υποθέτοντας ότι η νόσος θα συμπεριφερόταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η εφαρμογή αυτού του μοντέλου ίσως είναι διαφωτιστική, καθώς δεν υπάρχει κάποια πηγή πληροφόρησης σχετικά με την εξέλιξη της νόσου. Ακόμα, όμως, και το μοντέλο αυτό δεν είναι υποχρεωτικά αποτελεσματικό, καθώς δεν μπορεί να περιγράψει την εξέλιξη της νόσου σε εξαιρετικά ασυνήθιστες συνθήκες. Ωστόσο, από ένα τέτοιο μοντέλο προκύπτει ότι ο τρόπος μετάδοσης δεν είναι χαρακτηριστικός του ιού της γρίπης. Αυτό είναι αληθές, ανεξάρτητα από τους δείκτες που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή της πυκνότητας του πληθυσμού. Ωστόσο, τα διάφορα μαθηματικά μοντέλα ενέχουν κινδύνους, οι οποίοι απορρέουν από την ανακρίβεια σε αριθμητικές αξίες των μεταβλητών-κλειδιά και από την αναγκαιότητα σχηματισμού προϋποθέσεων που δεν μπορούν να αποδειχθούν, και γι’ αυτό κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων πρέπει να υπάρχει μια σχετική επιφύλαξη.

Αν και μερικά στοχαστικά μοντέλα μπορούν να είναι σημαντικά στην εκτίμηση λιγότερο μεταδοτικών ασθενειών, που διασπείρονται ενδημικώς, είναι αμφίβολη η αξία τους στη μελέτη της εξάπλωσης της γρίπης η οποία δεν έχει συνδεθεί με ενδημική ανακύκλωση. Η γρίπη μπορεί να εξαπλώνεται τόσο γρήγορα ώστε και μια απλή ισότητα μπορεί να αντικαταστήσει μια περιγραφική επιδημική καμπύλη σε περιορισμένες τοποθεσίες. Ωστόσο, τα διάφορα μαθηματικά μοντέλα χρειάζεται να περιέχουν και άλλες παραμέτρους, όπως ο ρυθμός των γεννήσεων, η μετανάστευση και η παλιννόστηση από και προς την ύπαιθρο, καθώς οι Λακεδαίμονες πολιορκούσαν την πόλη ή είχαν σταματήσει να την πολιορκούν, καθώς και τα δεδομένα, που προέκυψαν για το ξέσπασμα της νόσου στον στρατό της Ποτίδαιας.

Πάντως, ανεξάρτητα από το αν μπορούν τα μαθηματικά μοντέλα να περιγράψουν επιδημικές νόσους, έχουν καλή εφαρμογή στην περιγραφή σύγχρονων και παλαιότερων επιδημιών γρίπης, καθώς και στην πρόβλεψη της εξέλιξης μιας μελλοντικής επιδημίας γρίπης. Το συμπέρασμα, ωστόσο, είναι κοινό σε όλες τις περιπτώσεις: σε πυκνούς, χωρίς ιστορικό ή αραιούς, μερικώς ανοσοποιημένους πληθυσμούς οι επιδημίες της γρίπης εξελίσσονται με μαθηματική κανονικότητα. Επιπρόσθετα, οι επιδημικές καμπύλες είναι βραχείες και παρουσιάζουν κανονική κωδωνοειδή μορφή, ίσως ελαφρά μετατοπισμένες προς τα δεξιά. Τέλος, είναι γνωστό πως είναι αποδεκτό το γεγονός ότι οι επιδημικές καμπύλες της γρίπης δε δείχνουν ποτέ ενδημική μετάδοση.

Ερευνητικά δεδομένα από προηγούμενες επιδημίες γρίπης υποστηρίζουν τα παραπάνω δεδομένα. Η πανδημία του 1782 επηρέασε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατά σειρά, διαρκώντας λιγότερο από 6 εβδομάδες σε κάθε χώρα. Παρομοίως, η επιδημία του 1889-1890 εξαπλώθηκε από το Παρίσι σε κάθε χωριό της Γαλλίας μέσα σε περίπου 2 εβδομάδες, από την 16η Δεκεμβρίου 1889 μέχρι την πρωτοχρονιά. Στο Μόναχο η γρίπη πέρασε από έναν πληθυσμό 261.981 ανθρώπων μέσα σε περίπου 45 ημέρες.

Η πανδημία γρίπης του 1918 αποτέλεσε μια αντιγονική αλλαγή, η οποία εξέθεσε δισεκατομμύρια ανθρώπων σε ‘νέους’ ιούς. Παρά τα μέτρα υγιεινής και προστασίας που ελήφθησαν και τις ενεργητικές προσπάθειες περιορισμού , ο ιός εξαπλώθηκε στο Newark του New Jersey σε 12-15 εβδομάδες. Σημειώνεται πως η πόλη είχε πληθυσμό περίπου 435.000 κατοίκους, όσος και ο πληθυσμός της Αθήνας το 430 π.Χ., αν και λιγότερο πυκνοκατοικημένο. Το ίδιο πρότυπο εξάπλωσης παρατηρήθηκε σε πολλές άλλες πόλεις το 1918 με οξεία κορυφή και συμμετρικές επιδημικές καμπύλες. Σε αυτούς τους 3 ‘θανάσιμους μήνες της αμερικανικής ιστορίας’ η επιδημία διέσχισε ολόκληρες τις Ηνωμένες πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης της Χαβάης και του Πουέρτο Ρίκο, μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων.

Η πανδημία αυτή κατέδειξε αυτό που ήταν γενικώς γνωστό σε προγενέστερες εποχές. Νωρίτερα, κατά το 1826, ένας Αμερικανός φυσιολόγος κατέγραψε ότι «το βασικό γεγονός είναι… αυτό ότι η επιδημία (γρίπης) επηρεάζει μια ολόκληρη περιοχή μέσα στο διάστημα μιας εβδομάδας και μια ολόκληρη ήπειρο σαν τη βόρεια Αμερική … στο διάστημα μερικών εβδομάδων.»

Κάποια από τα κλινικά δεδομένα, επίσης, συνηγορούν στην απόρριψη της γρίπης ως αιτίου του λοιμού στην Αθήνα. Σε περιπτώσεις θανατηφόρων επιδημιών γρίπης, οι περισσότεροι από τους θανάτους οφείλονται σε πνευμονία, όπως για παράδειγμα περισσότεροι από το 99% των θανάτων Αμερικανών στρατιωτών κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν και η πνευμονία αναγνωρίζεται, περιγράφεται και διαγιγνώσκεται κατά τον 5ο π.Χ. αι. στην Αθήνα, ο Θουκυδίδης δεν το αναφέρει ανάμεσα σε πολλά άλλα συμπτώματα ή επιπλοκές της επιδημικής νόσου.

Προκειμένου να καταταχθεί ο λοιμός της Αθήνας σε σύνδρομο του Θουκυδίδη, όπως έχει αναφερθεί σε παραπάνω παραγράφους, απαιτούνται τέσσερις βασικές προϋποθέσεις:
  • η ύπαρξη επιδημίας γρίπης, η οποία όχι μόνο σκότωσε χωρίς να προκαλέσει πνευμονία, αλλά και
  • μπορούσε να μεταδίδεται με πολύ αργό ρυθμό κάτω από συνθήκες συνωστισμού του λαού της Αθήνας
  • απαιτείται, επιπλέον, μια επιδημία από τοξινοπαραγωγό σταφυλόκοκκο και
  • τέλος, να εξηγηθεί η περιγραφή ‘φλύκταινες’ με βάση τον Θουκυδίδη, ως επιδημία πυώδους νόσου, η οποία στις μέρες μας δεν προκαλείται συνήθως από στελέχη του σταφυλόκοκκου ή του στρεπτόκοκκου.

Οι επιδημιολογικές παρατηρήσεις του Θουκυδίδη παρέχουν στοιχεία για τη μορφή της μεταδοτικότητας της επιδημικής νόσου, βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο στη μείωση των πιθανών αιτίων αυτής της νόσου. Αυτά τα στοιχεία περιλαμβάνουν την παραμονή της επιδημίας για διάστημα τουλάχιστον 2 ετών, την ανικανότητα των Σπαρτιατών και πολλών άλλων να προσβληθούν από αυτή, τη συσχέτιση με την πυκνότητα του πληθυσμού, την έλλειψη μιας ξεκάθαρης άποψης για την περιοδικότητα της νόσου και την εκτίμηση ότι περίπου το 75% των θανάτων συνέβησαν κατά το πρώτο κύμα της ασθένειας.

Συμπερασματικά, τα επιδημιολογικά πρότυπα της νόσου είναι περισσότερο συμβατά με ασθένειες όπως ο τύφος, ασθένειες που μεταδίδονται με τους κώνωπες, ο άνθρακας ή η ευλογιά.



 

© 2008-2013 Perceptum magazine
ISSN: 1792-2933


This site is built on the grounds of the free software  Joomla!
The greek edition is an offer of Ελληνικής Κοινότητας Joomla!
Suggested browser: Mozilla Firefox
Suggested screen resolution: 1024 Χ 768
Webpage hosted by Nohsys